Τίνος είναι το χωράφι; (Του Χρήστου Καλαντζή)

Τίνος είναι το χωράφι; (Του Χρήστου Καλαντζή)

Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής

Ο μπάρμπα Γιάννος καλλιεργούσε το ίδιο χωράφι σχεδόν σαράντα χρόνια χωρίς να έχει καταλάβει ποτέ τίνος ήταν, σε ποιόν ανήκε βρε αδερφέ!

Ήταν  τα χρόνια της Οθωμανικής περιόδου στην Ελλάδα κι ο Γιάννος είχε ένα μικρό κομμάτι γης λίγο παραέξω απ’ το χωριό. Έσπερνε, θέριζε, πλήρωνε τη δεκάτη[1], έβγαζε κοτρόνες, ξανάσπερνε, όπως όλοι δηλαδή.

Ένα πρωινό όμως εκεί που έσκαβε ανάμεσα στις ελιές τον «έπιασε» η απορία.

«Βρε γυναίκα», είπε της κυρά Δέσπως, «το χωράφι ετούτο, δικό μας είναι ή τζάμπα το σκάβουμε τόσα χρόνια;»

Η κυρά Δέσπω δεν σήκωσε καν το κεφάλι απ’ το ξινάρι.

«Άμα ήταν δικό μας Γιάννο μου δε θα πλήρωνες τόσους φόρους!»

Ο Γιάννος το σκέφτηκε λίγο και του φάνηκε λογικό, άλλωστε το ξινάρι δεν έδινε και πολλά περιθώρια συλλογισμού. Ο ήλιος πήρε να δύσει κι οι δυο τους ακολούθησαν τον δρόμο για την καλύβα.

Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή κι ο Γιάννος μετά την Εκκλησιά πήρε τον δρόμο της αναζήτησης του ιδιοκτήτη.

Ξεκίνησε από τον φοροεισπράκτορα του χωριού, τον Αγά.

«Αγά μου», είπε διστακτικά, «να σε ρωτήσω κάτι ταπεινά; Το χωράφι που σκάβω ποιανού είναι;»

Ο Αγάς ανακάθισε στο στρώμα, έβγαλε τον ναργιλέ από το στόμα και χάιδεψε τη μουστάκα απαντώντας.

«Μιρί[2]»

Ο Γιάννος περίμενε λίγο.

«Και ποιος είναι ο κυρ Μιρί; Από ποιο χωριό; Αλβανός είναι;»

Ο Αγάς τον κοίταξε με βαριά ματιά.

«Του Σουλτάνου είναι, βρε ραγιά» απάντησε με βροντερή φωνή!

Ο Γιάννος ξύνισε το πρόσωπό του.

«Κι εκείνος πότε πρόκανε και το ’σκαψε; Σαράντα χρόνια το ‘χω!»

Ο Αγάς άρχισε να φωνάζει κι ο Γιάννος έφυγε τρέχοντας πριν πληρώσει κανένα πρόστιμο για υπερβολική περιέργεια.

Στον δρόμο βρήκε τον παπά Λάμπρο.

«Πού πας μωρέ Γιάννο τρέχοντας;»

«Παπά μου γυρίζω από τον Αγά και μου είπε ότι το χωράφι μου είναι μιρί.»

Ο παπάς κούνησε αργά το κεφάλι του.

«Μπα… βακούφι[3] είναι! Δεν ξέρει ο Αγάς»

«Και τι πάει να πει τούτο;»

«Του Θεού μωρέ!»

Ο Γιάννος σταυροκοπήθηκε!

«Δηλαδή άμα δεν ποτίσω τις ντοματιές θα ’χω αμαρτία;»

«Όχι τέκνον… αλλά θα ’χεις μπλεξίματα με τον Δέσποτα»

Ο Γιάννος συνέχισε για τον καφενέ με το κεφάλι του «ανακατεμένο»! Εκεί κάθισε με τον γέρο Μήτρο που ήξερε τα πάντα ή τουλάχιστον έτσι πίστευε ο ίδιος.

«Τι έχεις μωρέ Γιάννο; Τι σε πιλατεύει;»

«Να μωρέ ρώτησα τον Αγά σε ποιον ανήκει το χωράφι μου και μου είπε ότι είναι μιρί, μετά ρώτησα τον παπά Λάμπρο και μου είπε ότι είναι βακούφι…»

«Δεν ξέρουν!» τον διέκοψε ο γέρο Μήτρος, «Μούλκι[4] είναι!»… αποφάνθηκε πίνοντας μια γουλιά τσίπουρο.

Ο Γιάννος γούρλωσε τα μάτια διάπλατα.

«Α! Άρα δικό μου!»

«Όχι βρε έρμε, κάποιου μεγάλου αφέντη»

Ο Γιάννος άρχισε πάλι να ζαλίζεται.

«Κι εγώ τότε τι είμαι μωρέ;»

Ο γέρο Μήτρος τον κοίταξε συμπονετικά με βλέμμα αλλήθωρο από το τσίπουρο.

«Εσύ είσαι εκείνος που το σκάβει!»

Ο ήλιος είχε ανέβει πια ψηλά στον ουρανό κι ο Γιάννος πήρε το μονοπάτι για το σπίτι κουρασμένος και γεμάτος υπαρξιακές ανησυχίες περί ιδιοκτησίας.

Όταν έφτασε κάθισε βαριά στο σκαμνί, ήπιε μια γουλιά νερό και κοίταξε το ταβάνι.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε η κυρά Δέσπω. «Έμαθες τίνος είναι το χτήμα μας;»

Ο Γιάννος πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Άκου να δεις γυναίκα, το χωράφι είναι του Σουλτάνου, το νερό του Θεού, οι ελιές ενός αφέντη, κι εμείς μάλλον υπάρχουμε μόνο και μόνο για να πληρώνουμε φόρους»

Η κυρά Δέσπω τον κοίταξε σκεφτική.

«Και τότε γιατί το σκάβουμε;»

Ο Γιάννος αναστέναξε ξανά βαθιά.

«Γιατί απ’ ό,τι φαίνεται… κάποιος πρέπει να ταΐζει όλους τους ιδιοκτήτες!»

…σας άρεσε; Ωραία! Αλλάξτε τώρα τη λέξη χωράφι με τη λέξη Ελλάδα και ξαναδιαβάστε το κείμενο!

Google+ Linkedin