Ο Προβληματισμός του Γιακουμή (Του Χρήστου Καλαντζή)

Ο Γιακουμής ξύπνησε νωρίς ετούτη την Κυριακή. Όχι, όχι, εργατικός δεν ήταν! Μη λέμε κι ό,τι θέλουμε, απλώς δίψασε ο άνθρωπος.
Άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο, έπιασε το πλαστικό μπουκάλι που διανυκτέρευε για «πάρτη του» και το έφερε στο στόμα.
Τίποτα! Ούτε σταγόνα! Το κούνησε λίγο κι άκουσε μόνο τον ήχο της απογοήτευσης.
«Πάλι τα ίδια…» μουρμούρισε.
Σηκώθηκε, γέμισε ένα ποτήρι από τη βρύση και βγήκε με τη φανέλα και το σώβρακο στην αυλή για να ξυπνήσει. Ξέρετε τώρα, τα σπίτια στα χωριά είναι συνήθως μονόπατα με μια αυλή που τελειώνει κι αρχίζει στην πόρτα του γείτονα!
Εκείνη την ώρα περνούσε ο Μήτρος με το ξινάρι στον ώμο.
«Καλημέρα Γιακουμή! Τι έπαθες πρωί πρωί και κοιτάς το μπουκάλι σαν να σου χρωστάει λεφτά;»
«Σκέφτομαι τη λίμνη απέναντι, τη Στυμφαλία…»
«Μ’ άδειο μπουκάλι;»
«Μ’ άδειο μπουκάλι αρχίζουν όλα τα μεγάλα προβλήματα»
Ο Μήτρος τον κοίταξε με καχυποψία.
«Μου φαίνεται πως η πρωινή ζέστη σε βάρεσε στο κεφάλι!»
«Όχι βρε, σκέψου το! Εγώ πίνω νερό από μπουκάλι, το μπουκάλι γέμισε από μια πηγή, η πηγή βρίσκεται στη Στυμφαλία, άρα εγώ πίνω τη Στυμφαλία!»
Ο Μήτρος έμεινε για λίγο σιωπηλός, άφησε το ξινάρι δίπλα και καβάλησε μονόμπαντα την μάντρα που τον χώριζε από τον συνομιλητή του.
«Για κάτσε ρε Γιακουμή γιατί δεν μου τα λες καλά. Δηλαδή εγώ που τρώω ελιές από το Λιόπεσι, τρώω τα Μποζικοχώρια;»
Αν κι η απάντηση του Μήτρου φάνηκε λογική, ο προβληματισμός δεν έλεγε να του φύγει από το μυαλό.
Σηκώθηκε από την καρέκλα, καλημέρισε τον Μήτρο κι ο κάθε ένας πήρε τον δρόμο του. Ο Μήτρος για το περιβόλι κι ο Γιακουμής για να ντυθεί και να πάει στον καφενέ.
Εκεί ήταν ήδη ο μπάρμπα Τάσης, ο δάσκαλος κι ο καφετζής.
Κάθησε σε μια άκρη και φώναξε, «Κατάστημααα… γλυκύ βραστό!»
«Καλημέρα Γιακουμή, δεν πήγες εκκλησία; Κυριακή σήμερα» Ρώτησε ο δάσκαλος
«Όχι μωρέ, πήγε η κυρά…, ρε δάσκαλε, εσύ που τα ξέρεις όλα, έχω μια απορία» είπε ο Γιακουμής.
«Πρόσεχε» είπε ο καφετζής, «Η τελευταία σου απορία κράτησε τρεις ώρες και στο τέλος μαλώσαμε για το αν ο δήμαρχος έχει κεράσει ποτέ…»
«Σοβαρά τώρα…, αν μια περιοχή έχει νερό κι έρχονται εταιρείες και το βάζουν σε μπουκάλια, πότε ακριβώς σταματάμε να λέμε ότι έχουμε πολύ νερό;»
Ο μπάρμπα Τάσης απάντησε κοφτά από το στρογγυλό τραπέζι στη γωνία.
«Όταν αρχίζεις να το αγοράζεις!»
«Δηλαδή;»
«Όταν το νερό ήταν δωρεάν κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, τώρα που το πληρώνουμε με το μπουκάλι έγινε ξαφνικά πολύτιμο!»
Ο δάσκαλος κούνησε καταφατικά το κεφάλι κι απάντησε… «Το νερό ήταν πάντα πολύτιμο!»
«Ναι» είπε ο μπάρμπα Τάσης, «αλλά τώρα έχει και λογότυπο»
Γέλασε το καφενείο.
Ο Γιακουμής όμως συνέχισε ακάθεκτος.
«Εμένα άλλο με τρώει, κάθε καλοκαίρι έχουμε λειψυδρία κι ο πρόεδρος με τον δήμαρχο μας λένε να προσέχουμε το νερό, να μην ποτίζουμε, να μην πλένουμε αυλές»
«Σωστά…» συμπλήρωσε ο δάσκαλος, «κι έχουν δίκιο!»
«Την ίδια ώρα όμως βλέπεις φορτηγά να φεύγουν γεμάτα μπουκάλια»
«Ανάπτυξη!» πετάχτηκε ο καφετζής.
«Μάλιστα…» είπε ο Γιακουμής, «ετούτο λέω κι εγώ, άμα αφήσω τη βρύση ανοιχτή δέκα λεπτά θα μου ρίξουν πρόστιμο, άμα φεύγουν χιλιάδες τόνοι νερού είμαστε επενδυτικός προορισμός;»
Ο μπάρμπα Τάσης χαμογέλασε.
«Γι’ αυτό σου λέω ρε, το νερό δεν έχει αξία όσο είναι στη λίμνη, αξία αποκτά όταν μπει στο μπουκάλι! Τι δεν καταλαβαίνεις;»
«Κι η λίμνη;»
«Η λίμνη αποκτά αξία όταν αρχίσει να λείπει!»
Το καφενείο σώπασε για λίγο, σπάνιο φαινόμενο βέβαια καθότι ακόμη κι ο καφετζής σταμάτησε να σκουπίζει τα ποτήρια.
Ο Γιακουμής κοίταξε έξω προς τα βουνά.
«Ξέρεις τι φοβάμαι;»
«Τι;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Μην ξυπνήσουμε μια μέρα κι ανακαλύψουμε ότι ψηφίζαμε για τα μπουκάλια περισσότερο απ’ τις πηγές!»
Ο μπάρμπα Τάσης αναστέναξε, «Μπα…»
«Διαφωνείς;»
«Όχι, απλώς σκέφτομαι ότι στην Ελλάδα έχουμε ένα χάρισμα…»
«Ποιο;»
«Καταλαβαίνουμε την αξία των πραγμάτων ακριβώς τη στιγμή που τελειώνουν!»
Τότε ο καφετζής σήκωσε το άδειο μπουκάλι που είχε αφήσει ο Γιακουμής στο τραπέζι και το κοίταξε προς το φως.
«Πάντως μην ανησυχείτε»
«Γιατί;»
«Αν στερέψει η Στυμφαλία, θα φέρουμε τον «δημόφιλο[1]» να το μελετήσει και να βγάλει άδεια για πηγάδι…»
«Και μετά;»
«Μετά θα το πάμε δημοτικό συμβούλιο να μπει στον προϋπολογισμό με πενταπλάσια τιμή… »
«…σαν τα υδρόμετρα;» ακούστηκε μια φωνή απ’ το βάθος.
Το καφενείο ξέσπασε σε γέλια.
Μόνο ο Γιακουμής δεν γέλασε! Κοίταζε το άδειο μπουκάλι! Το κοίταζε σαν να προσπαθούσε να δει ολάκερο το μέλλον της λίμνης μέσα του…

