Από την Πανώλη στη Βουλή (Του Χρήστου Καλαντζή)

Από την Πανώλη στη Βουλή (Του Χρήστου Καλαντζή)

Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής

Δεν πήγαινε καλά η χρονιά του Μήτρου. Για την ακρίβεια, πήγαινε τόσο άσχημα που αν συνέχιζε λίγο ακόμη θα του ερχόταν επιστολή συμπαράστασης κι από την ίδια του τη μοίρα.

Πρώτα ήρθε η πανώλη, μετά έφυγαν τα πρόβατα, μετά έφυγαν κι οι αποζημιώσεις, έφαγε κι ένα φέσι από τον τοπικό έμπορα. Όταν μάλιστα πήγε να ρωτήσει πότε θα πληρωθεί έμαθε ότι το αίτημά του βρισκόταν «σε στάδιο επεξεργασίας».

Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαινε αυτό, αλλά υποψιαζόταν πως κάπου, σε κάποιο υπουργείο υπήρχε ένας φάκελος που έκανε καριέρα χωρίς αυτόν.

Σάββατο πρωί ήταν λοιπόν όταν κατέβηκε στο καφενείο με μεγάλο προβληματισμό στο μυαλό του.

«Τι θα κάνεις τώρα Μήτρο;» τον ρώτησε ο καφετζής.

«Σκέφτομαι να ανοίξω καντίνα» απάντησε άμεσα ο Μήτρος.

«Θέλει άδεια» πετάχτηκε ο μπάρμπα Λάμπρος.

«Σωστά» συμπλήρωσε ο καφετζής.

«Να γίνεις ταξιτζής» φώναξε ο μπάρμπα Τάσης, διακόπτοντας την πρέφα.

«Θέλει άδεια» συμπλήρωσε ο μπάρμπα Λάμπρος.

«Να γίνεις εργολάβος» πρότεινε ο Τρύφωνας ο κουφός.

«Θέλει λεφτά» μουρμούρισε ο Μήτρος

«Να γίνεις επιχειρηματίας» ακούστηκε από το βάθος του καφενείου.

«Θέλει κι άλλα λεφτά» φώναξε ο καφετζής.

«Να γίνεις δδδδημόσιος υπάαλλλληλος» φώναξε ο Τέλης ο τραυλός.

«Θέλει μέσο ρε!…κι ο Μήτρος δεν μας ψηφίζει» απάντησε θιγμένος ο κομματάρχης του χωριού!

Ο Μήτρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ξαφνικά, φωτίστηκε!

«Πολιτικός!»

«Τι πολιτικός;» πετάχτηκε ο κομματάρχης μ’ ανησυχία.

«Πολιτικός! Θέλει τίποτα;» φώναξε με ενθουσιασμό το Μήτρος.

«Όχι!» απάντησε με εμφανή διάθεση πειράγματος ο μπάρμπα Λάμπρος.

«Σίγουρα;» ξαναρώτησε ο Μήτρος.

«Μόνο θράσος» συμπλήρωσε ο μπάρμπα Τάσης, χτυπώντας με δύναμη το φύλλο της τράπουλας στην πράσινη τσόχα.

«Βρε τον άτιμο! Το βρήκε!» απάντησε ο καφετζής πίσω από τον πάγκο.

Ο Μήτρος πετάχτηκε από την καρέκλα και με εμφανή ανησυχία απευθύνθηκε στον καφετζή.

«Εφημερίδες έχεις;»

«Να εκεί, δίπλα στους μπακαλιάρους έχω μια στοίβα» αποκρίθηκε ο καφετζής.

Ο Μήτρος πήρε μια αγκαλιά εφημερίδες κι έφυγε τρέχοντας από το καφενείο.

«Ακόμα δεν μπήκες στην πολιτική κι άρχισες τις υπεξαιρέσεις;;;» φώναξε πίσω του ο καφετζής με εμφανή διάθεση πειράγματος, αλλά ο Μήτρος είχε ήδη εξαφανιστεί στο βάθος της πλατείας.

Έφθασε σπίτι κατάκοπος, άφησε κάτω τις εφημερίδες, πήρε ένα τετράδιο, άρχισε να τις διαβάζει και να κρατά σημειώσεις. Παράλληλα φώναξε στην σύζυγό του.

«Γυναίκα έλα να με βοηθήσεις να φτιάξουμε κόμμα…»

Μέσα σε δύο ώρες είχε ιδρύσει κόμμα.

Μέσα σε τρεις είχε βγάλει λογότυπο.

Μέσα σε τέσσερις ώρες είχε διορίσει τον εαυτό του πρόεδρο, αντιπρόεδρο, εκπρόσωπο τύπου, υπεύθυνο νεολαίας και πρόεδρο της επιτροπής διαφάνειας.

Έδωσε κι ένα πενηντάρικο σε έναν τοπικό δημοσιογράφο. Σε έναν τύπο που διατηρούσε ένα blog στο διαδίκτυο για το μικρομεροκάματο. Το έκανε ώστε να δώσει την πρώτη του συνέντευξη.

«Πόσα μέλη έχετε;» τον ρώτησε ο δημοσιογράφος με ύφος χιλίων και βάλε καρδιναλίων.

«Τέσσερα»

«Και η επιτροπή διαφάνειας;»

«Τέσσερα»

«Και η νεολαία;»

«Τα ίδια τέσσερα»

«Και το πειθαρχικό;»

«Τι είναι τούτο;»

«Χορηγούς έχετε;»

«Τη γυναίκα μου και μια προβατίνα που δεν την πρόλαβε η πανώλη»…

(…πεταμένα λεφτά…) σκέφτηκε ο Μήτρος και τον έδιωξε. (Θα τα πω μονάχος μου στο καφενείο) συνέχισε τη σκέψη του.

Πράγματι το απόγευμα ο Μήτρος ντύθηκε γαμπρός. Ξέρετε τώρα σακάκι, γραβάτα,  υφασμάτινο παντελόνι, άσπρη κάλτσα, σκαρπίνι γυαλισμένο και συγκάλεσε στο καφενείο την πρώτη ιδρυτική συνέλευση. Φόρεσε μάλιστα κι ένα ημίψηλο καπέλο που είχε από τον παππού του σε ένα παλιό μπαούλο.

Παρόντες , ο Μήτρος, ο καφετζής, ο μπάρμπα Λάμπρος, ο μπάρμπα Τάσης, ο Τρύφωνας ο κουφός, ο Τέλης ο τραυλός κι ένας αστυνομικός που είχε φωνάξει ο τοπικός κομματάρχης (παλιά τους λέγαμε ρουφιάνους), ο οποίος καθόταν στο απέναντι τραπέζι παριστάνοντας τον αδιάφορο.

Ο Μήτρος γύρισε ένα καδούλι ανάποδα, ανέβηκε επάνω, έβγαλε μερικά χαρτιά από την τσέπη και με δυνατή φωνή άρχισε να διαβάζει…

«Συνέλληνες, Συνελληνίδες, Στεγασμένοι, Ασκεπείς, Ψεκασμένοι, Αψέκαστοι και λοιποί…»

«Ποιοι λοιποί;» φώναξε ο καφετζής.

«Όσοι δεν ξέρουν πού να ψηφίσουν μωρέ…» απάντησε σιγανά ο Μήτρος

Συνέλληνες, Συνελληνίδες, Στεγασμένοι, Ασκεπείς, Ψεκασμένοι, Αψέκαστοι και λοιποί…

Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση, αλλά κυρίως στην ανάγκη, να ανακοινώσω την ίδρυση του μοναδικού κόμματος που δεν υπόσχεται «ανοικοδόμηση» της χώρας. Αυτό το έκαναν οι άλλοι και γεμίσαμε αυθαίρετα, καλύβια και μισοτελειωμένες πλατείες.

Εμείς ερχόμαστε να προσφέρουμε το μοναδικό πράγμα που ξέρουμε να κάνουμε!

Ένα καλό, βαθύ, παραδοσιακό άσπρισμα! Άλλωστε τελείωσαν οι επιδοτήσεις και τα μαύρα, κουφάλες!

Ιδρύεται σήμερα η Νέα Δημοκρατική Πανελλήνια Λατινογενής Θεοκρατική Κουμμουνιστική Καρυστιανή Ελληνική Ασβεστοποιεία με Σαμάρι (Ν.Δ.Π.Λ.Θ.Κ.Κ.Ε.Α.Σ).

Επί δεκαετίες, το πολιτικό σύστημα μας φέρνει μνημόνια και ψηφιακούς μετασχηματισμούς.

Αποτυχία σύντροφοι, συγχωριανοί πελάτες!!!

Η λύση βρίσκεται στον πάτο ενός παραδοσιακού κουβά με ασβέστη με μια μπατανόβουρτσα!…» φώναξε ο Μήτρος δείχνοντας μια μπατανόβουτσα κι ένα κουβά που κρατούσε ψηλά η γυναίκα του απέναντι.

Εν συνεχεία φώναξε με μεγαλύτερη ένταση…

«…Ο ασβέστης είναι στο πετσί του Έλληνα.

Απολυμαίνει και σκοτώνει τα μικρόβια της στάνης και της γραφειοκρατίας!

Καλύπτει κι εξαφανίζει τις αστράχες και τα σκάνδαλα!

Ομορφαίνει και κάνει ακόμη και τον σταύλο του Τρύφωνα του κουφού να μοιάζει με τη Μύκονο!

Άλλωστε από τα μαντριά του Φενεού μας μέχρι την παραλία του Κιάτου πρέπει να ασπρίσουμε τα προβλήματα μέχρι να μην τα βλέπουμε!

Ας είμαστε ειλικρινείς κοιτώντας ο ένας τον άλλον στα μάτια. Εμείς δεν ήρθαμε για να σώσουμε τον κόσμο, ούτε εσείς βέβαια ψάχνετε για σωτήρες.

Εμείς περίπου 100.000 σταυρούς θέλουμε! Ούτε έναν παραπάνω! Ίσα, ίσα για να πιάσουμε το όριο να μπούμε στη Βουλή, ώστε από τη μία πλευρά εσείς να πάτε στην κάλπη και να εκφράσετε ελεύθερα, υπερήφανα κι εκδικητικά την προσωπική σας πετριά, κι από την άλλη πλευρά εμείς να βολευτούμε βρε αδερφέ!

Να μπει μια τάξη, να μετατρέψω το αγροτικό σε βουλευτικό αυτοκίνητο, να πληρώνει τη βενζίνη το κράτος κι ο δήμος, να φάμε κι εμείς τίποτα.

Εσείς βγάζετε το άχτι σας, εμείς φτιάχνουμε τη ζωή μας, και το έθνος προχωρά μπροστά με ειλικρίνεια, με σημαίες, με ταμπούρλα και με τα βούρλα που τις κουβαλάνε! Μην ξεχνάτε άλλωστε ότι έχουμε υπάρξει κι εμείς τέτοια! Εμπειρία κύριοι!!!

Οι άλλοι σας πούλησαν «Θρησκεία», «Ελπίδα», «Αλλαγή», «Ανάπτυξη» και σας άφησαν στα γυμνά μπετά!

Εμείς δεν αλλάζουμε το σκελετό!

Σας προσφέρουμε το τελικό, σωτήριο άσπρισμα!

Θα σας θάψουμε.. εεε.. λάθος! Θα σας βάψουμε ήθελα να πω!

Δεν αλλάζουμε το σύστημα!

Μην ανησυχείτε! Απλώς το ασβεστώνουμε!

 Ν.Δ.Π.Λ.Θ.Κ.Κ.Ε.Α.Σ με σήμα τη μπατανόβουρτσα!»

Όταν τελείωσε η ανάγνωση, ο μπάρμπα Λάμπρος σηκώθηκε όρθιος χειροκροτώντας…

«Έχω μια ερώτηση» μίλησε προς τον Μήτρο.

«Παρακαλώ»

«Εσείς δηλαδή τι ακριβώς προτείνετε για τη χώρα;»

Ο Μήτρος χαμογέλασε, κρατώντας παραμάσχαλα το ημίψηλο καπέλο.

«Ασβέστη»

«Ναι, αλλά συγκεκριμένα;»

«Θα σας πνίξουμε σαν το κουνέλι στον ασβέστη»

«Και για την οικονομία;»

«Αγορά ασβέστη»

«Για την υγεία;»

«Πέταμα μέσα στον ασβέστη»

«Για την παιδεία;»

«Ασβέστη με ευρωπαϊκές προδιαγραφές»

«Για τη διαφθορά;»

«Δύο χέρια ασβέστη»

«Για το ασφαλιστικό;»

«Τρία χέρια ασβέστη»

«Για το δημογραφικό;»

«Πήδημα μέσα στον ασβέστη»

Ο καφετζής πλησίασε ανήσυχος.

«Και πόσους ψήφους πιστεύεις ότι θα πάρεις;»

Ο Μήτρος ξύστηκε στο κεφάλι.

«Αν οι μισοί ψηφίσουν από αγανάκτηση κι οι άλλοι μισοί από περιέργεια, μπαίνουμε άνετα Βουλή»

«Και μετά;»

Ο Μήτρος κοίταξε απέναντι τη γυναίκα του που είχε ήδη αρχίσει να ασπρίζει με την μπατανόβουτσα πέριξ του εμφανώς ανήσυχου κομματάρχη.

Πριν προλάβει όμως να ξεστομίσει κάτι, ο μπάρμπα Λάμπρος κοιτώντας μια τον Μήτρο και μια τον καταϊδρωμένο κομματάρχη είπε…

«Μήτρο…»

«Ναι;» αποκρίθηκε ο Μήτρος.

«Φοβάμαι ότι θα μπεις στη Βουλή!!»

Google+ Linkedin