Τρεις Έλληνες και τέσσερις παρατάξεις (Του Χρήστου Καλαντζή)

Τρεις Έλληνες και τέσσερις παρατάξεις (Του Χρήστου Καλαντζή)

Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής

Ο μπάρμπα Τάσης ήταν κοτζαμπάσης. Ξέρετε τώρα από εκείνους τους κοτζαμπάσηδες που καταλάβαιναν πως η εξουσία είναι καλύτερη όταν δεν έχεις επίσημα την ευθύνη.

Ήταν βρε παιδί μου από τους ανθρώπους της Τουρκοκρατίας που δεν ήξερες ποτέ εάν υπηρετούσαν τον λαό, τον Σουλτάνο ή απλώς τον εαυτό τους!

Ο μπάρμπα Τάσης λοιπόν είχε χωράφια, πρόβατα, γνωριμίες και μια κοιλιά που έμπαινε στο καφενείο μισό λεπτό πριν απ’ τον ίδιο.

Μιλούσε λίγο, έτρωγε πολύ, έπινε περισσότερο και συμφωνούσε πάντοτε με τον πιθανότερο νικητή, γι’ αυτό και τον θεωρούσαν όλοι «βαθύ πολιτικό νου», κάτι σαν εθνάρχη ένα πράμα!

Τ’ απογεύματα λοιπόν καθόταν στο μεγάλο τραπέζι του καφενείου! Συνήθιζε βλέπετε να πλέκει το κομπολόι στα δάχτυλα και να παρακολουθεί τους χωριανούς να τσακώνονται για την πολιτική, λες και μοίραζαν ήδη υπουργεία.

Έτσι ήταν κι εκείνο το μούσγωμα, ολάκερο το σερνικό χωριό σε ηλικία ψήφου είχε μαζευτεί στον καφενέ.

«Οι Ρώσοι είναι αδέρφια μας!» φώναζε ο Μήτρος.

«Οι Άγγλοι έχουν καράβια!» απαντούσε ο Παναής.

«Μόνο ο καπετάν Γιωργής αγαπά την πατρίδα!» πεταγόταν ο Γιάννος.

«Ο καπετάν Γιωργής χρωστάει και του Μιχάλη του χασάπη!» ακούστηκε από πίσω.

Τι τα θέλεις; Λίγο το τσίπουρο, λίγο ο λόγος, το καφενείο «άναψε» αμέσως. Φωνή κι αντάρα στο δια πασών!

Ο μπάρμπα Τάσης όμως αδιαφορώντας είχε πέσει με τα μούτρα στις ελιές και τη λακέρδα. Φωτιά το σαγόνι! Φωτιά που την έσβηνε περιστασιακά με τσίπουρο.

Τότε, ο νεαρός δάσκαλος που είχε έρθει πρόσφατα απ’ την πόλη και μιλούσε σαν φρεσκοτυπωμένο βιβλίο ιστορίας, κάθισε δίπλα.

«Μπάρμπα Τάσο», του λέει, «έρχονται μεγάλες αλλαγές! Η νέα Ελλάδα θα αποκτήσει κόμματα που θα εκπροσωπούν το λαό!»

Ο μπάρμπας τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να μιλά. Μετά γέλασε τόσο δυνατά που του έπεσε το ποτήρι από το χέρι.

«Όχι παιδί μου…» είπε σκουπίζοντας τα δάκρυα του γέλιου από τα μάτια.

«Τον λαό τον επικαλούνται, τον εαυτό τους εκπροσωπούν!»

Ο δάσκαλος εκνευρίστηκε κι απάντησε άμεσα.

«Μα τώρα θα υπάρχουν ιδέες, προγράμματα, θέσεις!»

«Βεβαίως», είπε ο μπάρμπα Τάσης, «και μετά θα υπάρχουν αντιθέσεις, διαφωνίες, διασπάσεις και ξαδέρφια που θα κοπανιούνται στα πανηγύρια..»

«Είσαι υπερβολικός» ανταπάντησε ο δάσκαλος.

«Καθόλου! Στην Ελλάδα άμα μαζευτούν τρεις άνθρωποι, οι δύο θα κάνουν κόμμα κι ο τρίτος διάσπαση»

Από το βάθος ακούστηκε ο Μήτρος…«Εγώ πάντως αν κατέβω στην πολιτική θα καθαρίσω τον τόπο!»

«Εσύ δεν μπορείς να καθαρίσεις το κατώι σου», φώναξε ο καφετζής πίσω από τον πάγκο.

«Άλλο το κατώι κι άλλο η πολιτική» απάντησε θυμωμένος ο Μήτρος.

Ο μπάρμπα Τάσης κούνησε το κεφάλι του απογοητευμένος.

«Βλέπεις;» είπε στον δάσκαλο, «ακόμη δεν φτιάξαμε κράτος και ήδη έχουμε υποψήφιους σωτήρες»

«Μα ο λαός θα αποφασίζει!»

Ο μπάρμπα Τάσης έσκασε πάλι στα γέλια.

«Ναι… κι η προβατίνα μου αποφασίζει πού θα κοιμηθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι ξέρει να ψηφίζει!»

Το καφενείο λύθηκε στα γέλια, ο δάσκαλος όμως επέμεινε.

«Δηλαδή πιστεύεις πως τίποτα δεν θα αλλάξει;»

Ο μπάρμπα Τάσης ήπιε μια γουλιά τσίπουρο ακόμα, κοίταξε γύρω το χαμό και είπε..

«Θα αλλάξουν πολλά παιδί μου..»

«Τι δηλαδή;»

«Τα ονόματα!»

«Μόνο;»

«Άντε και τα ρούχα… κι επειδή αυτοί ποτέ δεν έχουν… η μοιρασιά θα γίνει απ’ τα δικά σου!»

Google+ Linkedin