Ήρθαν κάτι «Αμερικάνοι»…
Η υγρασία στο επίνειο του ορεινού δήμου των Σταματοπουλιάνικων εκείνο το φθινοπωρινό κυριακάτικο μεσημέρι του ’75 καθόταν βαριά πάνω στα τραπεζάκια στο καφενεδάκι του μπάρμπα-Θωμά, ακριβώς εκεί που έσκαγε το κύμα. Οι ψαράδες με τα χέρια ροζιασμένα από τα δίχτυα, ρουφούσαν το ταπεινό κρασάκι τους κοιτάζοντας το λιμανάκι τους. Ήταν ένα καταφύγιο δίπλα στο μεγάλο λιμάνι, φτιαγμένο ειδικά για αυτούς, ένας μώλος που κράταγε τις τράτες και τα καΐκια όρθια στις σοροκάδες.
Ο καπνός από τα άφιλτρα και το τσιμπούκι του Καπετάν-Αρίστου υψωνόταν στη μισοσκότεινη αίθουσα σαν γκρίζα αυλαία, λες και ήθελε να θολώσει τα πράγματα, την ώρα που το σκονισμένο τρανζίστορ του καφενείου μετέδιδε τη διαφημιστική ώρα της Columbia. Μέσα από τα παράσιτα, η φωνή του Θύμιου Καρακατσάνη από τον νέο δίσκο του ΛοΓό έμοιαζε να προφητεύει το μέλλον: «Ήρθαν κάτι Αμερικάνοι με σφραγίδες και μελάνι… τα συμβόλαια στο χέρι να υπογράψουν κάτι γέροι…»
Ο Καπετάν-Αρίστος χτύπησε το χέρι του στο ξύλινο τραπέζι. Ο κρότος έκανε τα ποτήρια να χορεύουν και τη συζήτηση να ανάψει.
— Τα μάθατε τα μαντάτα; είπε, και η βραχνάδα της φωνής του έμοιαζε σαν να ήθελε να βγάλει τον καημό της θάλασσας. Ήρθαν κάτι αμερικανάκια από την πρωτεύουσα και λένε πως θα φέρουν την ανάπτυξη. Θέλουν, λέει, να φέρουν πλωτά ποντόνια για να δένουν οι ξένοι τα ντελούξ βαρκάκια τους. Λένε ακόμα πως θα χωρέσουν ανάμεσά μας… συμπλήρωσε.
— Τα μάθατε τα μαντάτα; είπε, και η βραχνάδα της φωνής του έμοιαζε σαν να ήθελε να βγάλει τον καημό της θάλασσας. Ήρθαν κάτι αμερικανάκια από την πρωτεύουσα και λένε πως θα φέρουν την ανάπτυξη. Θέλουν, λέει, να φέρουν πλωτά ποντόνια για να δένουν οι ξένοι τα ντελούξ βαρκάκια τους. Λένε ακόμα πως θα χωρέσουν ανάμεσά μας… συμπλήρωσε.
— Ανάμεσά μας; είπε γελώντας ειρωνικά ο Ψαρονίκος. Και πώς θα αντέξουν την ψαρίλα! Θα τους παρατήσουν οι κυράδες τους και θα τη πέσουν στον δήμαρχο, που είναι και σπουδαγμένος στο Αμέρικα!
Το καφενείο σείστηκε από τα γέλια. Ακόμα και ο μπάρμπα-Θωμάς, που ως τότε σκούπιζε σιωπηλός τον πάγκο με μια λινάτσα, άφησε έναν σύντομο, ξερό βήχα που έμοιαζε με γέλιο, ξέροντας καλά τι κουμάσι ήταν ο προεστός των Σταματοπουλιάνικων.
— Θα του τάξουν κανένα μπικικίνι και θα υπογράψει και με τα δυο χέρια ο λιγούρης, πέταξε κάποιος από τη γωνία, φτύνοντας τον καπνό.
— Γελάτε, γελάτε… τους έκοψε απότομα ο Καπετάν-Αρίστος, και η φωνή του έμοιαζε σαν τριμμένο σχοινί σε μάγκανο. Αμ δε που θα υπογράψει… το ’χει ρίξει ήδη το τζιφράτο ο βλαχοτραβόλτα, μιλάμε για τελειωμένη ιστορία!
— Θα του τάξουν κανένα μπικικίνι και θα υπογράψει και με τα δυο χέρια ο λιγούρης, πέταξε κάποιος από τη γωνία, φτύνοντας τον καπνό.
— Γελάτε, γελάτε… τους έκοψε απότομα ο Καπετάν-Αρίστος, και η φωνή του έμοιαζε σαν τριμμένο σχοινί σε μάγκανο. Αμ δε που θα υπογράψει… το ’χει ρίξει ήδη το τζιφράτο ο βλαχοτραβόλτα, μιλάμε για τελειωμένη ιστορία!
Μέσα στην παγωμένη σιωπή που ακολούθησε, το σκουριασμένο ραδιόφωνο συνέχιζε το αφιέρωμά του, σαν ένας αόρατος, ειρωνικός σχολιαστής που διάβαζε τις σκέψεις τους. Η βελόνα της Columbia είχε κολλήσει στην ίδια πικρή αλήθεια, και η φωνή του Κηλαηδόνη συμπλήρωνε με νόημα: «Η σύμβαση υπογράφτηκε εντός μιας νυχτός / στους ξένους δικαιώματα δοθήκαν αφειδώς…»
— Τα χαρτιά τα ετοίμασε ψες το μεσημέρι η Μανταλένα στην πρωτεύουσα και τα έδωσε στο μπάρμπα-Μήτσο τον Σωκοφάντη να τα υπογράψει, συνέχισε ο Καπετάν-Αρίστος, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του, λες και πρόδιδε κάποιο θανάσιμο μυστικό. Οι μηχανικοί έρχονται τη Δευτέρα και, από ό,τι άκουσα, έχουν ραντεβού με τον Κωνσταντή τον Ξέμπαρκο του Δημοφιλάκου για τα μετρήματα.
Όλοι τον άκουγαν με έντονη ανησυχία. Μόνο στη γωνία του καφενέ, ο Τζιμάκος του Παπαγιώργη συνέχιζε να κάνει μπουρμπουλήθρες στον φραπέ του, κρυφογελώντας κάτω από τα δικηγορίστικα μουστάκια του.
Έξω, το κύμα έσκασε με ορμή στον μώλο, σαν να ήθελε να τους θυμίσει πως η θάλασσα ήταν ακόμα δική τους. Για λίγο όμως…
Οι βδομάδες κύλησαν, οι μηχανικοί ήρθαν με τους χάρτες τους, τα σέα τους, τα μέα τους, μετρώντας το γιαλό, τα ψαροκάικα και τους ψαράδες σαν να μέτραγαν πρόβατα στη «Σιωπή των Αμνών». Ο Αντωνάκης ο Σκοτεινός τους πήγαινε πέρα-δώθε, περήφανος που τον είχαν διαλέξει, δίχως να καταλαβαίνει πως κι αυτός ήταν απλώς ένας κρίκος στην αλυσίδα.
Το επόμενο μαντάτο ήρθε πάλι από τον Καπετάν-Αρίστο ένα απόγιομα Τετάρτης, με το πρόσωπό του πιο σκυθρωπό απ’ όλες τις φορές.
— Ξέρετε τι έμαθα; Το αίτημα για τα δυο πλωτά ποντόνια το έκοψε στη μέση ο μουστερής για να το περάσει στα μουλωχτά η κομπανία των καρεκλάτων του μώλου.
— Μωρέ ποιος μουστερής… ο σεντινιάρης ο Βλαχοσπύρος το σκάρωσε για να σκαπουλάρει και να ανακατέψει την τράπουλα, είπε ο Ψαρονίκος με αγανάκτηση.
— Ριφιφί το λένε αυτό στη χώρα, μουρμούρισε ο Βαγγέλης ο Σαΐτας, ρουφώντας το άφιλτρο Sante ως τον πάτο. Παίρνεις το πακέτο, το σπας στη ζούλα στα δύο , χωρίς να ρωτήσεις κανέναν αν έχει να ακουμπήσει κάνα φράγκο παραπάνω. Και ώσπου να ξυπνήσει ο κοιμισμένος… μιλημένα, φτιαγμένα, τελειωμένα! Χαιρέτα μου τον Πλάτανο στο πάνω Ξηροχώρι!
— Ξέρετε τι έμαθα; Το αίτημα για τα δυο πλωτά ποντόνια το έκοψε στη μέση ο μουστερής για να το περάσει στα μουλωχτά η κομπανία των καρεκλάτων του μώλου.
— Μωρέ ποιος μουστερής… ο σεντινιάρης ο Βλαχοσπύρος το σκάρωσε για να σκαπουλάρει και να ανακατέψει την τράπουλα, είπε ο Ψαρονίκος με αγανάκτηση.
— Ριφιφί το λένε αυτό στη χώρα, μουρμούρισε ο Βαγγέλης ο Σαΐτας, ρουφώντας το άφιλτρο Sante ως τον πάτο. Παίρνεις το πακέτο, το σπας στη ζούλα στα δύο , χωρίς να ρωτήσεις κανέναν αν έχει να ακουμπήσει κάνα φράγκο παραπάνω. Και ώσπου να ξυπνήσει ο κοιμισμένος… μιλημένα, φτιαγμένα, τελειωμένα! Χαιρέτα μου τον Πλάτανο στο πάνω Ξηροχώρι!
— Και το χειρότερο, ρε μάγκα μου, πετάχτηκε ο Καπετάν-Αρίστος, πάνε μέρες τώρα που οι καρεκλοκένταυροι του μώλου έπρεπε να έχουνε γράψει την απάντηση στο τεφτέρι, να πάρει χαμπάρι κι ο κοσμάκης τι γίνεται. Κι αυτοί; Μούγκα στη στρούγκα! Ούτε ναι, ούτε όχι, τσιμουδιά! Σαν να μην τρέχει κάστανο, σαν να μην τους ρώτησε άνθρωπος γεννημένος!
Κανείς δεν απάντησε. Ο μπάρμπα-Θωμάς, σηκώνοντας το βλέμμα προς το δημαρχομάγαζο, μονολογούσε πικρόχολα:
«Μας είπαν ψέματα πολλά γι’ αυτόν εδώ τον τόπο,
κι αυτοί που μπιστευτήκαμε τον παίζουνε στο λότο…»
«Μας είπαν ψέματα πολλά γι’ αυτόν εδώ τον τόπο,
κι αυτοί που μπιστευτήκαμε τον παίζουνε στο λότο…»
Το κύμα χτύπησε πάλι τον μώλο, μα αυτή τη φορά κανείς δεν γύρισε να το κοιτάξει. Είχαν όλοι επικεντρωθεί στο σκονισμένο τρανζίστορ του καφενείου, περιμένοντας να ακούσουν ζωντανά τα νέα από την απολογία του Βλαχοσπύρου στο δημαρχομάγαζο. Κάτι σαν αδιόρατο «πιστεύω» τους έλεγε ότι μέσα από τα απόνερα, το τσιμπίδι αυτή τη φορά θα έβγαζε λαβράκι…
