Οι παπαρούνες…

Οι παπαρούνες…

Ως γνωστόν, κάθε κοινωνία θεσμίζει τον εαυτό της μέσα από τα φαντασιακά της σημαίνοντα – έλεγε ο Καστοριάδης, πολύ πριν μάθει κανείς ότι στα Σταματοπουλιάνικα το πιο ισχυρό φαντασιακό σημαίνον της εποχής δεν ήταν ο Θεός, το Έθνος ή η Επανάσταση, αλλά μια απλή, ταπεινή, κτητική αντωνυμία: το «μας», που συνόδευε κάθε αναφορά στο όνομα του δημάρχου.

Εκείνο το μαγιάτικο πρωινό της δεκαετίας του 1970, ο δήμαρχος Σταμάτης Βλαχοσπύρος έβαλε μπρος την καλοσυντηρημένη Agria του – το σκαπτικό μηχάνημα που κάθε νοικοκύρης της υπαίθρου είχε μάθει να το εμπιστεύεται περισσότερο κι από τη γυναίκα του, αφού με την καρότσα κουμπωμένη πίσω μετέφερε τα πάντα, από το λαθούρι του Πάνω Ξηροχωρίου μέχρι φαιές πολιτικές φιλοδοξίες στα πανηγύρια του καλοκαιριού – και ανηφόρισε προς τον δημοτικό λουλουδόκηπο στον Άσπρο Κάμπο, έχοντας, όπως πάντα, στην καρότσα και τον νεαρό παραγιό του, τον Σούλη τον Γανωτάκη.

Λέγεται, μάλιστα, ότι τον παράγιό του ο δήμαρχος τον είχε αναβαθμίσει και σε αμειβόμενο «σύμβουλο επικοινωνίας» του, επιβραβεύοντας τη μοναδική του ικανότητα να τραμπαλίζεται ανάμεσα στην εξουσία και στη νεολαιίστικη αμφισβήτηση και, ταυτόχρονα, να υπηρετεί τυφλά τον κυρ Σταμάτη, από τον οποίο βιοποριζόταν.

Εν πάση περιπτώσει, η βόλτα στον Άσπρο Κάμπο έγινε για να κόψουν εκατό λουλούδια, για τον στολισμό του δημαρχείου στο επίνειο του ορεινού δήμου, την ημέρα που θα γίνονταν και τα επίσημα εγκαίνια του νέου πολιτιστικού κέντρου, μιας και το ιστορικό κτίριο είχε ξεχασμένες αναφορές από τον αγροτικό μόχθο. Γι’ αυτό και τη βόλτα στον Άσπρο Κάμπο ο τοπικός τελάλης « Γνώμη Πολιτών» τη διαλαλούσε ως «Εκστρατεία των Εκατό Λουλουδιών».

Βέβαια, ο αριθμός των λουλουδιών είχε και την πολιτική του σημασία, γιατί παρέπεμπε σε έναν μακρινό Κινέζο ηγέτη που, καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν, είχε προτρέψει το δικό του κομματικό συμβούλιο «να ανθίσουν εκατό λουλούδια», ώστε να ακουστούν εκατό διαφορετικές φωνές· πρόσκληση που, όπως θυμούνται οι παλαιότεροι, έληξε με τα λουλούδια να κόβονται μαζικά, μόλις έγιναν πράγματι εκατό και ενοχλητικά, για διαφορετικούς λόγους το καθένα.

Ο πιτσιρικάς, φυσικά, δεν είχε διαβάσει για τον Μάο· ούτε είχε καταλάβει διαισθητικά το ίδιο δίδαγμα που είχε καταλάβει ο δήμαρχος, ο οποίος, όπως έχουμε ξαναπεί, έλεγε ότι ήταν σπουδαγμένος στην Αμερική. Άλλωστε, ο παραγιός ακόμα έκανε το «αγροτικό» του ως μαθητευόμενος στην πολιτική πιάτσα και μόνο κάτι λίγα θα μπορούσε να γνώριζε για τα «ευωδιαστά λουλούδια» εκείνης της εποχής.

Αλλά και ως Πρόεδρος της Δημοτικής Οργάνωσης Νέων – κάτι σαν την ΕΟΝ του Μεταξά, ένα πράγμα – η δουλειά του ήταν να μεταλαμπαδεύει στους νέους την επιστροφή στις υγιείς, παραδοσιακές αξίες του αγροτικού πληθυσμού, μακριά από την «εκφυλισμένη» αμερικανική αλλοτρίωση που οδήγησε και στην ειρηνική επανάσταση του Γούντστοκ.

Η Δημοτική Οργάνωση Νέων, βέβαια, ήταν απολύτως σύγχρονη, δημοκρατική και αυτοδιοικητική· απλώς στα Σταματοπουλιάνικα οι θεσμοί είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να αποκτούν ιστορικές ομοιότητες που ουδείς τους είχε ζητήσει.

Ο Σούλης, πάντως, το έπαιρνε στα σοβαρά. Διότι, ως εκκολαπτόμενος πολιτικός, είχε ήδη καταλάβει ότι, για να προκόψει, πρέπει να είναι ταυτόχρονα σύμβουλος του δημάρχου, εκπρόσωπος των νέων και ανεπίσημος παρατηρητής της ίδιας της εξουσίας από την οποία βιοποριζόταν. Κι αυτό, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν εξαιρετική άσκηση δημοκρατικής ισορροπίας.

Τώρα, βέβαια, αν αυτό ήταν μια άσκηση δημοκρατικής ισορροπίας, όπως την αποκαλούσε ο ίδιος ο πιτσιρικάς, ή ήταν μια απλή σχοινοβασία, όπως ενδεχομένως θα την αποκαλούσαν οι «Χαΐνηδες», εγώ, ως ευγενικός παρατηρητής, δεν θα υιοθετήσω τη δεύτερη άποψη, γιατί η λέξη «Χαΐνηδες» προέρχεται από το «χαΐνης», που στη σύγχρονη Κρήτη σημαίνει ρέμπελος, κι ο Σούλης κάθε άλλο παρά τεμπέλαρχος ήθελε να γίνει.

Εξάλλου, στην άσκηση δημοκρατικής ισορροπίας στηριζόταν και η πρακτική που έπρεπε να ολοκληρώσει, με επιβλέποντα καθηγητή τον αμερικανοτραφή δήμαρχο, για να πάρει το χρίσμα του υποψηφίου στις επερχόμενες εκλογές.

Ο κυρ Σταμάτης, βέβαια, το έλεγε απλούστερα:

«Άμα τελειώσεις αυτή την πρακτική, Σούλη, θα ξέρεις τουλάχιστον από πού μπαίνει κανείς στο δημαρχείο και από πού βγαίνει. Αυτό το μεταπτυχιακό δεν διδάσκεται στα πανεπιστήμια, μόνο στον λόφο του Άσπρου Κάμπου με τις παπαρούνες – που, εκτός από την ομορφιά της φύσης, συμβολίζουν και την πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου από τα επικίνδυνα πιστεύω κάθε αντιπολίτευσης, που έχει κάνει ψωμοτύρι την κακώς εννοούμενη διαφάνεια και την παλαιομοδίτικη λογοδοσία σε παρωχημένες αίθουσες συνεδριάσεων.

Εμείς αποδείξαμε ότι σεβόμαστε τις ιστορικές παραδόσεις της άμεσης δημοκρατίας του κλαρίνου και της γουρνοπούλας, αλλά κοιτάμε και μπροστά, καθότι η επιστήμη προχωράει και κάποτε θα κάνουμε απολογισμό στο Τσακ-Μπαμ, μέσα από τον τηλεγράφο!

Γι’ αυτό πρόσεχε ποια λουλούδια θα κόψεις σήμερα… γιατί αυτή η βόλτα είναι σαν πρόχειρο διαγώνισμα… του μέλλοντός σου!»

— Ξέρω, είπε ο πιτσιρικάς. Μόνο παπαρούνες θα κόψω.

— Και γιατί κόβουμε μόνο παπαρούνες, Σούλη;

Ο Σούλης, αφού έσκυψε πάνω από μια ανθισμένη παπαρούνα σαν να ζητούσε τη βοήθεια του κοινού στον «Εκατομμυριούχο» του Αρναούτογλου, είπε:

— Γιατί από αυτές παράγεται το όπιο των λαών, δήμαρχέ μου.

Ο κυρ Σταμάτης τον κοίταξε αυστηρά.

— Αυτό δεν θα το ξαναπείς φωναχτά· μόνο θα το έχεις στο νου σου.

— Γιατί;

— Γιατί θα μας ακούσουν οι κομμουνιστές και θα πουν ότι σπέρνουμε παπαρούνες για να δικαιώσουμε τον Μαρξ και μετά… άντε να καθαρίσεις με τον νερολόγο! Θα μας φράξει όλα τα αυλάκια!!

Ο Σούλης τον κοίταξε αμήχανα.

— Ε, και; Δεν μπορούμε να του πούμε ότι τις σπέρνουμε για την τουριστική ανάπτυξη του Άσπρου Κάμπου, να πάρω κι εγώ κανέναν ψήφο παραπάνω!

Ο κυρ Σταμάτης τον κοίταξε αινιγματικά.

— Σούλη, μη μου βάζεις ιδέες…

Ο νεαρός, ικανοποιημένος από την έμμεση αποδοχή της πρότασής του, έκοψε προσεκτικά μια παπαρούνα και, με στυλ κουροπαλάτη του Βυζαντίου, την πρόσφερε ευγενικά στον κυρ Σταμάτη, λέγοντάς του:

— Πάντως, σημασία έχει τι θα πει ο δήμαρχός μας.

Ο κυρ Σταμάτης, αφού πήρε την παπαρούνα, τον ρώτησε:

— Εκείνο το «μας» γιατί το έβαλες, ρε βαζεβέγκι; Για να με καλοπιάσεις;

Ο Σούλης τον κοίταξε με παιχνιδιάρικη αδιαφορία.

— Ποιο «μας»;

— Το «δήμαρχός μας». Γιατί; Έχουμε και άλλον δήμαρχο στα Σταματοπουλιάνικα, εκτός από μένα, που δεν είναι δικός μας;

Ο Σούλης χαμογέλασε.

— Όχι βέβαια, Θεός φυλάξοι. Απλά έχει σημασία για τον κόσμο να λέμε «ο δήμαρχός μας».

— Και ποιος αποφασίζει, βρε κουτσούβελο, αν ο δήμαρχος είναι «δικός μας»; Οι δημότες;

— Ίσως.

— Η κυβέρνηση;

— Εξαρτάται.

— Από τι;

— Από το αν τον συμπαθεί η κυρία Μανταλένα.

Ο κυρ Σταμάτης κοίταξε την παπαρούνα που κρατούσε.

— Άρα το «μας» είναι υπό τους όρους της κάθε Μανταλένας, θες να μου πεις.

— Όλα είναι υπό όρους, δήμαρχέ μου, του είπε ο πιτσιρικάς – ακόμα και το «Αντωνάκη μου!», που έγραψε ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, υπό όρους το έλεγε η Μαρώ Κοντού. Στη Μανταλένα θα κολλήσουμε τώρα!!

Σημασία έχει ότι, όταν λες σκέτο «ο δήμαρχος», υπάρχει απόσταση, ενώ, όταν λες «ο δήμαρχός μας», η απόσταση εξαφανίζεται. Και μαζί της εξαφανίζεται και η ανάγκη να τον κρίνει… όχι, φυσικά, γιατί θα πάρει το καπελάκι του και θα φύγει σαν τον Κωνσταντίνου στην ταινία. Αυτά δεν γίνονται στα Σταματοπουλιάνικα…

Ο κυρ Σταμάτης τον άκουγε σιωπηλός.

Ο Σούλης βρηκε την ευκαίρια και συνέχισε σε ακαδημαϊκό επίπεδο για να εντυπωσιάσει:

— Ο δήμαρχός μας δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που ασκεί έναν θεσμικό ρόλο. Είναι «δικός μας άνθρωπος». Με απλά λόγια, αυτό το «μας» υπνωτίζει το πόπολο. Κι εδώ ακριβώς, αν ο Κορνήλιος Καστοριάδης ήταν μαζί μας σε αυτόν τον περίπατο, θα μας έλεγε ότι το «μας» δεν είναι απλή γλωσσική συνήθεια, αλλά ετερονομική σύλληψη ενός θεσμού από το φαντασιακό της εξουσίας – η στιγμή που το «εμείς» των πολιτών, δηλαδή η συλλογική, αυτόνομη ικανότητα να θεσμίζεις και να αμφισβητείς τους δικούς σου θεσμούς, αντικαθίσταται αθόρυβα από το «μας» της εξουσίας, όπου το υποκείμενο δεν αμφισβητεί τίποτα, γιατί έχει ήδη αγκαλιάσει σαν δικό του αυτό που όφειλε να ελέγχει.

Ο κυρ Σταμάτης τον άκουγε σαν τον Τραμπακούλα… χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα.

— Άκου να σου πω, νεαρέ. Δεν ξέρω τι λέει αυτός ο Κορνήλιος από την Καστοριά, αλλά το «μας» δεν υπνωτίζει κανέναν.

— Είστε βέβαιος, δήμαρχέ μου;

— Απολύτως.

— Τότε γιατί εμείς το χρησιμοποιούμε τόσο πολύ;

Ο δήμαρχος δεν απάντησε.

Ο Σούλης χαμογέλασε.

Για λίγη ώρα έπεσε σιγή ιχθύος…

Ύστερα ο κυρ Σταμάτης είπε θριαμβευτικά:

— Ξέρεις ποιο είναι το καλό με το «μας»;

— Ποιο;

— Ότι κανείς δεν αισθάνεται ότι μπορεί να σου ζητήσει λογαριασμό, γιατί περιμένει να το κάνει ο διπλανός του. Έτσι, ο λογαριασμός μοιράζεται – κι άντε μετά να βρεις ποιος χρωστάει στον βαρκάρη… που θέλει και σουίτα στο λιμάνι, ο ξεβράκωτος!

Ο Σούλης, για πρώτη φορά εκείνο το πρωινό, δεν είχε απάντηση.

Ο κυρ Σταμάτης χαμογέλασε…

— Άντε, πιτσιρικά. Συνέχισε να κόβεις λουλούδια κι άσε τις πολιτικές αναλύσεις για μένα…

— Ποια λουλούδια να μην κόψω, δήμαρχέ μου;

— Τα όμορφα.

— Και ποια είναι τα όμορφα;

— Αυτά που δεν μου αρέσουν.

Ο Σούλης κοίταξε για μια στιγμή ολόκληρο τον λουλουδόκηπο.

Και, όπως κάθε εκκολαπτόμενος πολιτικός που έχει διαβάσει μισή παράγραφο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται, ένιωσε την ανάγκη να ντύσει τη στιγμή με το ανάλογο μεγαλείο: του φάνηκε πως έπεσε μια παράταιρη ψύχρα πάνω στο μαγιάτικο πρωινό, σαν χειμώνας που άργησε να φύγει· του φάνηκε πως επικρατούσε μια βαριά, ιστορική σιωπή – το πιθανότερο, βέβαια, ήταν ότι η φύση γύρω του απλώς δούλευε, χωρίς να έχει διαβάσει το σενάριο που ο ίδιος έγραφε μέσα του. Σκέφτηκε μάλιστα, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως ανακαλύπτει κάτι, ότι όσα λουλούδια κι αν κόβονταν σήμερα, κάποια θα ξαναφύτρωναν τον επόμενο Μάη – σκέψη που θα εντυπωσίαζε, αν δεν ίσχυε ήδη για κάθε λουλούδι κι άνοιξη, χωρίς να χρειάζεται δικό του συμβολισμό για να το πιστοποιήσει.

Και τότε κατάλαβε ότι το πραγματικό πρόβλημα με το «μας» δεν ήταν ποια είναι τα πιο ωραία λουλούδια, αλλά ποια δεν αρέσουν στον δήμαρχο.

Όταν γύρισαν στο Δημαρχείο, ο Νικολάκης ο Σκράπας τους περίμενε στην είσοδο.

— Τι φέρατε;

— Λουλούδια, είπε ο Σούλης.

— Πόσα;

— Εκατό.

Ο Νικολάκης κοίταξε μέσα στο καλάθι.

— Εγώ βλέπω μόνο παπαρούνες.

— Τα υπόλοιπα τα αφήσαμε να ανθίσουν, είπε ο κυρ Σταμάτης.

— Και τι θα τα κάνουμε αν ανθίσουν;

Ο κυρ Σταμάτης τον κοίταξε εκνευρισμένος.

— Θα τα κόψουμε και θα τα πετάξουμε, του είπε απαξιωτικά…

Τότε ακόμη κι ο Νικολάκης ο Σκράπας κατάλαβε γιατί τα ωραία λουλούδια, που αρέσουν σε όλους μας, φοβίζουν τον δήμαρχο μας – όσο κι αν δεν του αρέσουν, όμως, ποτέ δεν θα καταφέρει να κόψει την άνοιξη.

Google+ Linkedin