Πώς το τρίβουν το πιπέρι… αλά Μακιαβέλι!
Όπως είναι κοινά παραδεκτό, η μακιαβελική σκέψη βασίζεται στη διαχείριση της δημόσιας εικόνας, όπου η διατήρηση της εξουσίας δικαιολογεί τη χρήση της εξαπάτησης και της επίπλαστης ηθικής.Το μυστικό της κρύβεται στην τέχνη της ψευδαίσθησης. Ο κόσμος βλέπει αυτό που του δείχνεις, όχι αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Για τον Νικολό Μακιαβέλι, ο ικανός ηγέτης είναι αυτός που ελέγχει το αφήγημα που τον κρατά στην εξουσία, συνδυάζοντας την επιφαινόμενη ισχύ του Λιονταριού με την πανουργία της Αλεπούς.
Στη μακιαβελική πρακτική των δημοτικών μας αρχόντων, όσο επαναλαμβανόμενο είναι το αφήγημα, τόσο οι αποδείξεις κρίνονται «εκ του περισσού»· οι αρπαχτές νομιμοποιούνται από την άμεση δημοκρατία της γουρνοπούλας και η διαφάνεια υποβάλλεται σε ψηφιακή επεξεργασία, όπως ακριβώς τρίβουν το πιπέρι του διαβόλου οι καλογέροι…
Επανερχόμαστε, λοιπόν, στα Σταματοπουλιάνικα στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εκεί όπου ο δήμαρχος, κ. Σταμάτης Βλαχοσπύρος – μετά την επίμαχη συνεδρίαση της 4ης Αυγούστου και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η μαγνητοταινία του μπομπινόφωνου που ξεχάστηκε κλειδωμένη στο ντουλάπι – προχώρησε σε μια ριζική, παγκόσμια πρωτοτυπία δημοκρατικού αποκεντρισμού, διαψεύδοντας παράλληλα και τις Κασσάνδρες που μιλούσαν για «μαύρο» στην ενημέρωση των πολιτών.
Αποφάσισε οι συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου να μεταφέρονται κάθε Αύγουστο από το ιστορικό επίνειο του ορεινού δήμου στα γραφικά χωριά της ενδοχώρας. Φυσικά, θα μεταδίδονταν ζωντανά από το τοπικό ραδιόφωνο, όπως προέβλεπε και ο νέος κώδικας των δήμων, ώστε να αναδεικνύετε τόσο η δημοκρατικότητα της διαδικασίας όσο και η φυσική ομορφιά της περιοχής. Στόχος; Η ανάδειξη του δήμου σε ένα από τα ισχυρότερα τουριστικά και παραθεριστικά κέντρα της χώρας, μιας και η επισκεψιμότητα στην παραλία -μετά και το τελευταίο αφιέρωμα στο αθηναϊκό τουριστικό τεφτέρι – είχε χτυπήσει κόκκινο, παρά τις κακόβουλες κριτικές του τοπικού δημοσιογραφικού κατεστημένου!
Εφαρμόζοντας στην πράξη ένα νέο πολιτικό μανιφέστο δημοτικής διακυβέρνησης, εμπνευσμένο από την αναρχική φιλοσοφία και τις ιστορικές παραδόσεις της άμεσης δημοκρατίας του κλαρίνου και της γουρνοπούλας, υπό την αιγίδα μάλιστα των οικείων πολιτικών συλλόγων, ο δήμαρχος Βλαχοσπύρος ανακήρυξε σε παγκόσμια πρώτη την «Επαναστατική αυτονομία των τοπικών κοινοτήτων της Δημοτικής Ενότητας του πάνω Ξηροχωρίου», ως ιστορική εξέλιξη των ιδεών του Μπούκτσιν. Και υποσχέθηκε ότι έπεται συνέχεια στην καθιερωμένη εμποροπανήγυρη της μεσαίας συνοικίας των Σταματοπουλιάνικων, που διοργανωνόταν κάθε 14 Σεπτέμβρη, όπου προληπτικά εψάλετο και το «Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου»…
Παράλληλα, ο κυρ Σταμάτης υπέγραψε πρωτόκολλο τιμής με τους ντόπιους προέδρους της Δημοτικής Ενότητας του πάνω Ξηροχωρίου, σύμφωνα με το οποίο η θεσμική κριτική για τα πραγματικά προβλήματα του τόπου ήταν, εν γένει, εκτός του μικροκλίματος του παρακείμενου φράγματος. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, η θεσμική κριτική «εξαπανέκαθεν ήταν το παρατράγουδο στα ωραία άσματα» – όπως, για παράδειγμα, στο ανατρεπτικό «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», ένα βαθύτατα πολιτικό τραγούδι ταξικής και κοινωνικής ανυπακοής που παρέπεμπε στην περίοδο του μεγάλου διωγμού των Κλεφτών στο Μοριά.
Κατά τους μυημένους στην πολιτική σκέψη του πάλαι ποτέ αναρχοαυτόνομου δημάρχου, επρόκειτο ίσως για την κορυφαία στιγμή της βαθιάς, αντισυμβατικής του διαδρομής στην αυτοδιοίκηση. Μια στιγμή που αμφισβητούσε ευθέως τα δεδομένα της συνταγματικής τάξης, έσπαγε τα κοινωνικά στερεότυπα και αναζητούσε την πολιτική ουσία πέρα από τα προφανή, τα «πρέπει» και τις επιβαλλόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις του κεντρικού κράτους των Αθηνών.
Μάλιστα, κατά τους παροικούντες το δημαρχιακό μέγαρο, αυτό το πολιτικό μανιφέστο αντλούσε ιδεολογική κατεύθυνση από το περίφημο απόφθεγμα αναφορικά με το «βοϊδίσιο όργωμα», το οποίο είχε επικαλεστεί ο κ. Βλαχοσπύρος σε προγενέστερη εκδήλωση απολογισμού πεπραγμένων της δημοτικής του αρχής. Αυτή η «ανώτερη τεχνική πολιτικής γεωπονίας» του χάρισε, όπως έλεγε, όχι μόνο τις εκλογές τότε, αλλά και στη συνέχεια το απόλυτο των χρηματοδοτήσεων στη βελτίωση της πρόσβασης σε γεωργική γη και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις.
Αποσιωπούσε, βέβαια, ότι η γειτονική κρασόπολη, χωρίς να επαίρεται ότι είναι «αλεπού των χρηματοδοτήσεων», πήρε υπερδιπλάσιο ποσό ανά πολίτη, έχοντας τη μέγιστη μοριοδότηση ανά τετραγωνικό μέτρο αίτησης (εκεί, βέβαια, ο δήμαρχος ήταν ένας ταπεινός δάσκαλος, δεν έχει σπουδάσει σε αμερικανικά κολέγια, ούτε είχε κάνει ευαγγέλιο τον Μακιαβέλι…).
Κάπως έτσι, μετά το απόλυτο των χρηματοδοτήσεων, η μικρή αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου δεν επαρκούσε για τον επίσημο απολογισμό της χρονιάς ενώπιον των πολιτών· το δε δημοτικό θέατρο, λόγω και της υποκριτικής διάστασης που εμπεριείχε, αλλοίωνε τον ειλικρινή χαρακτήρα της απολογιστικής εκδήλωσης. Κατόπιν τούτων, ο κυρ Σταμάτης αποφάσισε ο απολογισμός της χρονιάς να γίνει στο ιστορικό μπεζεστένι του πάνω Ξηροχωρίου, εκεί που κάποτε γινόταν η παραδοσιακή ζωοπανήγυρη.
Δεδομένου μάλιστα ότι τα επίσημα κατάστιχα κρίθηκαν από τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου αποδείξεις εκ του περισσού -χρήσιμες μόνο για τις ενοχλητικές ερωτήσεις της θεσμικής αντιπολίτευσης – η διαδικασία ξεκίνησε με αφηγηματικές country μπαλάντες από τον δήμαρχο Βλαχοσπύρο (καθότι σπουδαγμένος στην Αμερική και με καλούς τρόπους). Στη συνέχεια, πέρασε σε ρυθμικά χορευτικά κομμάτια, όπως το «Πώς το τρίβουν το πιπέρι», και η βραδιά έκλεισε με την πολυσυζητημένη διαφάνεια που χόρεψε το «Την νύφη μας την είχαμε εις το κουτί βαλμένη και τώρα την εβγάλαμε πέρδικα στολισμένη»!
Με αυτό το λαϊκοπολιτικό δρώμενο, ο κυρ Σταμάτης αποδόμησε πλήρως τη γραφειοκρατική σοβαρότητα και τη δήθεν αστική ανωτερότητα των πολιτικών του αντιπάλων, αποδίδοντάς τους και την κατηγορία της «υποκίνησης εξέγερσης» κατά της Επαναστάσεως.
Επιπλέον, μέσα στην ευφορία της άμεσης δημοκρατίας του τσίπουρου και της βαρελίσιας μπίρας, τα όποια χουσμέτια έκανε στους δικούς του, όπως και κάθε άλλη αρπαχτή, αλέστηκαν με το πόδι, με το γόνατο ή με ό,τι άλλο βρισκόταν πρόχειρο, μέχρι να μη διακρίνονται πια από το χώμα.
Ο αστικός μύθος λέει επίσης ότι ο επίσημος οικονομικός απολογισμός εκείνης της χρονιάς έκλεισε με ένα κλέφτικο τσάμικο του προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, Νικολάκη Σκράπα. Μετά τα «πηδήματα» στις λογοδοσίες, τα «ψαλίδια» στις αρνητικές ψήφους και τις «αναστροφές» στις αποφάσεις, ο Νικολάκης έδωσε τη δική του λεπτή χορευτική νότα χαράς στην κορυφαία δημοκρατική διαδικασία, παρουσία των τοπικών κατοίκων αλλά και της νέας υφυπουργού Μανταλένας, η οποία παρευρισκόταν ως επίσημη παρατηρήτρια της «Εθνοσωτηρίου» κυβερνήσεως και του ευχήθηκε εις σάνο..τερα!!
Ήταν, θα έλεγε κανείς, μια πρωτότυπη, γραφική εποχή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν, όμως, κάποιος αναζητούσε μέσα σε όλα αυτά ουσιαστική λογοδοσία, σίγουρα δεν είχε διαβάσει Μακιαβέλι…
