Το ντουλάπι

Το ντουλάπι

Στα Σταματοπουλιάνικα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι ειδήσεις δεν κυκλοφορούσαν με εφημερίδες γιατί τις έκοβε η λογοκρισία. Κυκλοφορούσαν με τον καφέ. Έβγαινε ο πρωινός καφές από το μπρίκι του μπάρμπα Πάνου του καφετζή, ανέβαινε ο αχνός του στον αέρα, και μαζί του ανέβαινε και καμιά κουβέντα. Μόνο που η κουβέντα, προτού φτάσει στο τραπέζι, είχε συνήθως χάσει δυο-τρεις λέξεις. Έτσι ήταν πιο ασφαλής, γιατί η εποχή ήταν τέτοια που ακόμα κι οι τοίχοι είχαν αυτιά.

Το χωριό βρισκόταν σε ένα απότομο βραχώδες ύψωμα λίγο έξω από την πρωτεύουσα, εκεί που ο δρόμος σταματούσε να είναι δρόμος και γινόταν καλντερίμι. Τα σπίτια είχαν ασβεστωμένες αυλές, ξύλινα παράθυρα και μια γάτα που ήξερε πάντα ποιος μπήκε και ποιος βγήκε.
Ο πρόεδρος της κοινότητας, ο κυρ Σταμάτης ο Βλαχοσπύρος, ήταν μετρημένος άνθρωπος, των γραμμάτων, σπουδαγμένος στην Αμερική και με καλούς τρόπους, που γελούσε για ψύλλου πήδημα και διέθετε γαϊδουρινή υπομονή, τέτοια που σου έδινε την εντύπωση πως δεν βιαζόταν ποτέ.
Το τελευταίο αυτό ήταν σημαντικό για πρόεδρο. Γιατί, όπως συνήθιζε να λέει, «τα δημόσια πράγματα θέλουν ρέγουλα». Και τα δημόσια πράγματα, στο χωριό, ήταν πολλά. Ο δρόμος που δεν είχε ακόμα φτιαχτεί. Η βρύση που έτρεχε όταν δεν έπρεπε. Η βρύση που δεν έτρεχε όταν έπρεπε. Ένα χερσό χωράφι που το ήθελαν δύο συνορίτες. Μια πρόσκληση για την Αυστραλία που περίμενε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από την κοινότητα. Και κάτι άλλα χαρτιά που κανείς δεν γνώριζε σε τι ακριβώς χρησίμευαν.
Για τα χαρτιά βέβαια υπήρχε ο Νικολάκης ο Σκράπας. Γραμματικός, βλέπετε, της κοινότητας. Ο Νικολάκης δεν φημιζόταν για την εξυπνάδα του, αλλά είχε μια εκπληκτική ικανότητα να σου λέει πολλά και να μην εννοεί τίποτα.
— Αυτό πού είναι; τον ρωτούσες.
— Στο αρχείο.
— Πού στο αρχείο;
— Στο αρχείο.
Και αν επέμενες, σε κοιτούσε με εκείνο το βαριεστημένο βλέμμα του ανθρώπου που θεωρεί πως ο άλλος δεν έχει καταλάβει ακόμη μια πολύ απλή αλήθεια: Ότι το αρχείο δεν είναι χώρος. Είναι παρελθόν.
Ο τρίτος άνθρωπος που είχε σημαντικό ρόλο στο χωριό ήταν ο χωροφύλακας, ο Γιάγκος ο Μυταρόγιαννος. Φερμένος από τα χωριά του Ζαλόγγου, δεν είχε ανάγκη από πολλά. Είχε τη στολή του, το μπόι του και έναν τρόπο να σε κοιτάζει που νόμιζες ότι είσαι έτοιμος για τη Μακρόνησο!
Στο καφενείο, όταν εμφανιζόταν ο χωροφύλακας, οι κουβέντες άλλαζαν αμέσως θέμα. Από την πολιτική πήγαιναν στον καιρό. Από τον καιρό στις ελιές. Από τις ελιές στις σταφίδες και πάλι πίσω στην ποιότητα του λαδιού, και κατά πόσο αυτή προσφέρει βαθιά ενυδάτωση και αντιοξειδωτική προστασία στο μάγουλο του Γιώργη του Μπρατσάλη.
Με τούτα και με κείνα η ζωή κυλούσε ήρεμα, ώσπου φτάσαμε στην 4η Αυγούστου. Ο πρόεδρος, μέσα στην υπερβολική του αγωνία να φανεί νομοταγής, είχε μπερδέψει τις δικτατορίες και νόμιζε πως έπρεπε να γιορτάσει τον Μεταξά αντί για τον Παπαδόπουλο. Θέλοντας, λοιπόν, να τιμήσει τη μέρα, συγκάλεσε απογευματινό συμβούλιο, που θα μετέδιδε – λέει – και ζωντανά το τοπικό ραδιόφωνο “Σκασμός στα FM” . Μάλιστα, για να εντυπωσιάσει, υποσχέθηκε ότι θα κινηματογραφήσει τη συνεδρίαση και την κασέτα θα την έδινε δώρο μαζί με μια μινιατούρα του «Μικρού Ναπολέοντα», αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ο χωροφύλακας τον κοίταζε με μισό μάτι, έξαλλος που ο κυρ Σταμάτης μπέρδευε το εθνικό πρόγραμμα της Εθνοσωτηρίου με τα παλιά.
Εκείνο το γελαστό απόγευμα, λοιπόν, του Αυγούστου ο κυρ Σταμάτης είχε φορέσει το καλό του σακάκι και ένα μαύρο παπιγιόν φερμένο από την Αμερική. Ο Νικολάκης ο Σκράπας είχε πάρει παραμάσχαλα το μεγάλο τετράδιο των σπουδαίων αποφάσεων και ο χωροφύλακας είχε σταθεί μπάστακας στην πόρτα να ελέγχει μην μπει μέσα κανένας κομμουνιστής.
Η πλατεία άδειαζε σιγά-σιγά, τα τζιτζίκια είχαν σταματήσει να φωνάζουν, και μόνο από ένα διπλανό σπίτι, που κάποιος ξέχασε ανοιχτό το παράθυρο, ακουγόταν ο πειρατικός σταθμός “Ράδιο Ακατάλληλο” να παίζει τη «Βαρβάρα» με τον Στελλάκη τον Περπινιάδη και να την αφιερώνει στον πρόεδρο!
Ο Νικολάκης ο Σκράπας έκανε νεύμα στον χωροφύλακα και, αφού χτύπησε εκνευρισμένα δύο φορές το μολύβι πάνω στο τραπέζι, πρόσταξε να κλείσουν οι πόρτες και τα παράθυρα για να ξεκινήσει η συνεδρίαση.
Ο πρώτος σύμβουλος που πήρε τον λόγο άρχισε να καταγγέλλει οκτώ απευθείας χουζμέτια του προέδρου σε κολλητούς του, συμπαρασύροντας και τον δεύτερο σύμβουλο που δήλωνε ανεξάρτητος να καταδικάσει τα περισσότερα, ενώ για τα υπόλοιπα δεν μίλησε καθόλου. Δεν ήταν λέει απαραίτητο.
Ο κυρ Σταμάτης άκουγε αμίλητος. Ο Νικολάκης ο Σκράπας έκανε ότι έγραφε και ο Γιάγκος ο χωροφύλακας μπερδεύτηκε και δηλωσε “παρών” στο ψήσιμο της γουρνοπούλας στην πλουμιστή πλατεία!
Κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβει κανείς, η συνεδρίαση προχωρούσε. Κι όταν ο πρώτος σύμβουλος επανήλθε με ερώτηση που αφορούσε τους γνωστούς συμβουλάτορες «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν», ο Νικολάκης ο Σκράπας σήκωσε το χέρι:
— Να μη φύγουμε από το αντικείμενο.
Η ερώτηση έμεινε εκεί. Στο αντικείμενο. Μόνο που κανείς δεν ήξερε πια ποιο ήταν το αντικείμενο.
Ο κυρ Σταμάτης δεν έλεγε ποτέ παραπάνω απ’ όσα χρειαζόταν. Ούτε λιγότερα. Ήξερε πως υπάρχουν πράγματα που πρέπει να καταγράφονται και άλλα που πρέπει απλώς να θυμούνται. Τα πρώτα έμπαιναν στο τεφτέρι των πρακτικών. Τα δεύτερα παρέμεναν στο αρχείο, για περαιτέρω επεξεργασία των κοινωνικών φρονημάτων, όπως χαρακτηριστικά έλεγε.
Όταν τελείωσε η συνεδρίαση, οι καρέκλες σύρθηκαν στο πάτωμα, κάποιος είπε «καλή σας νύχτα» και ένας τελευταίος ρώτησε ποτέ θα παραλάβει την κασέτα και τη μινιατούρα του «Μικρού Ναπολέοντα».
— Μόλις καθαρογραφούν οι αποφάσεις, απάντησε ο γραμματικός.
— Όχι. Όταν επεξεργαστούμε τα κοινωνικά φρονήματα, διόρθωσε ο πρόεδρος.
— Όχι. Όταν παραλάβουμε τις μινιατούρες του «Μικρού Ναπολέοντα», συμπλήρωσε ο χωροφύλακας.
— Την ταινία την έχεις; ρώτησε ο κυρ Σταμάτης τον Νικολάκη τον Σκράπα.
— Την έχω, ανταπάντησε ο γραμματικός.
— Θα τη περάσεις στην κασέτα; ρώτησε περιπαικτικά ο Γιάγκος ο χωροφύλακας.
— Βεβαίως.
— Και μετά;
— Ο Νικολάκης του έκλεισε το μάτι, λέγοντας με νόημα: Μετά θα αρχειοθετηθεί.
— Ο κυρ Σταμάτης χαμογέλασε πονηρά. Ωραία.
Η λέξη «Ωραία» είχε εκείνη την εποχή πολλές χρήσεις. Μπορούσε να σημαίνει ότι όλα τακτοποιήθηκαν. Μπορούσε να σημαίνει ότι δεν θα τακτοποιηθεί τίποτα. Μπορούσε ακόμη να σημαίνει οτι άλλο κάποιος είχε καταλάβει.
Ακόμα και ο Νικολάκης καταλάβαινε…ότι δεν ήταν ανάγκη να καταλαβαίνει!
Την επομένη, στο καφενείο, ο Μήτσος του παπα-Γιώργη, που ήρθε απο την πρωτεύουσα , ρώτησε:
— Τι έγινε στο συμβούλιο;
Ο μπάρμπα Πάνος σκούπιζε το τραπέζι.
— Τίποτα.
— Πώς τίποτα;
— Συμβούλιο έγινε.
— Και;
— Έγινε.
— Δηλαδή;
Ο καφετζής σήκωσε τους ώμους.
— Ε, ό,τι γίνεται στα συμβούλια.
Ο Μήτσος κατάλαβε. Δεν κατάλαβε τι έγινε. Κατάλαβε ότι δεν έπρεπε να ρωτήσει άλλο.
Ο Νικολάκης ο Σκράπας, εκείνη την ώρα, ξεφύλλιζε το τετράδιο των πρακτικών στην κοινότητα. Προσπαθούσε να διαβάσει όσα είχε γράψει η υπάλληλος, αλλά του έμοιαζαν σαν ιερογλυφικά. Το έκλεισε, το έδεσε με ένα κορδόνι και το έβαλε στο ντουλάπι.
Στο ντουλάπι υπάρχουν πολλά πράγματα. Αποφάσεις. Αιτήσεις. Παλιές εγκρίσεις. Κάτι φωτογραφίες. Ένα ρολόι που δεν δούλευε. Και ένας φάκελος χωρίς τίτλο.
Αυτό ακριβώς ήταν το καλό με τα ντουλάπια…τα χωράνε όλα
Ύστερα η δικτατορία τελείωσε, ο κόσμος ξαναβγήκε στους δρόμους, και για λίγο όλοι πίστεψαν πως τελείωσαν και τα ντουλάπια.
Μόνο που τα ντουλάπια δεν τελειώνουν. Μεταμορφώνονται. Άλλοτε γίνονται συρτάρια. Άλλοτε φάκελοι. Άλλοτε υπόγεια αρχεία. Και κάποτε, όταν η εποχή προοδεύσει αρκετά, γίνονται κωδικοί.
Έτσι το χωριό απέκτησε υπολογιστές. Μετά Διαδίκτυο. Μετά την ιστοσελίδα. Και κάποια μέρα απέκτησε και ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων, να βλέπει όποιος θέλει από το κινητό του.
— Τώρα πια όλα φαίνονται, είπαν οι νεότεροι.
Οι παλιοί δεν απάντησαν. Ήξεραν πως άλλο πράγμα είναι να βλέπεις κι άλλο να μπορείς να ξαναδείς. Και πως μια αράδα σε μια οθόνη κάνει σήμερα τη δουλειά που έκανε τότε ένα ντουλάπι με κορδόνι:
«Το βίντεο δεν είναι διαθέσιμο.»
Κάποτε, πολλά χρόνια μετά, κάποιος ρώτησε τον κυρ Σταμάτη τον Βλαχόσπυρο, που πλέον είχε αποσυρθεί από την πολιτική και είχε αφοσιωθεί στον «Μοσιαλισμό»:
— Πρόεδρε, γιατί τότε δεν δίνατε την κασέτα;
Ο κυρ Σταμάτης τον κοίταξε σαν να του έκανε μια παράξενη ερώτηση.
— Μα υπήρχε το επίσημο αρχείο;
— Και πού είναι σήμερα το αρχείο;
— Στο YouTube.
— Και μπορούμε να δούμε;
Ο κυρ Σταμάτης χαμογέλασε ειρωνικά, όπως τότε.
— Όχι, είναι ιδιωτικό. Πρέπει να έχετε τους κωδικούς.
— Και πού μπορούμε να βρούμε τους κωδικούς;
— Στο ντουλάπι.
— Και ποιος έχει τα κλειδιά;
— Οι πολίτες…
Google+ Linkedin