Ρε Ίψεν… έχεις περάσει απ’ το Κιάτο (Του Χρήστου Καλαντζή)

Ρε Ίψεν… έχεις περάσει απ’ το Κιάτο (Του Χρήστου Καλαντζή)
Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής
Κυριακή πρωί και στην ατμόσφαιρα νιώθεις βρε παιδί μου πως το καλοκαιράκι μας αφήνει σιγά, σιγά. Άλλωστε ο Σεπτέμβρης μέσιασε, που λένε και στο χωριό μου. Μέσιασε κι οδεύει προς τον τερματισμό του.
Κάπως έτσι λοιπόν με βρήκε ετούτη η φθινοπωρινή δροσιά να τελειώνω στο μπαλκόνι τον Ίψεν και τον «Εχθρό του λαού»[1].
Καταπληκτικό έργο, αν σκεφτεί κανείς πόσο επίκαιρο παραμένει παρότι γράφτηκε σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Όσο προχωρούσα τις τελευταίες σελίδες, τόσο περισσότερο είχα την παράξενη αίσθηση πως ο άνθρωπος δεν έγραφε για μια μικρή νορβηγική πόλη του 19ου αιώνα, αλλά για κάτι πολύ πιο κοντινό.
Για την ιστορία λοιπόν, ο γιατρός Τόμας Στόκμαν ζει σε μια μικρή λουτρόπολη της Νορβηγίας που έχει επενδύσει μεγάλο μέρος του μέλλοντος στα περίφημα λουτρά της. Επισκέπτες, τουρισμός, δουλειές, χρήμα, επενδύσεις, κλπ…. Τα λουτρά είναι το καμάρι της πόλης αλλά και η μεγάλη ελπίδα για οικονομική ανάπτυξη.
Μόνο που ο Στόκμαν (γιατρός και πρωταγωνιστής του έργου) ανακαλύπτει ένα μικρό προβληματάκι. Το νερό των λουτρών είναι μολυσμένο.
Οι αναλύσεις το επιβεβαιώνουν κι ο γιατρός κάνει αυτό που θεωρεί αυτονόητο. Ενημερώνει! Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε; Να το κρύψει; Να αφήσει ανθρώπους να χρησιμοποιούν νερά που γνωρίζει ότι είναι επικίνδυνα μόνο και μόνο επειδή η αλήθεια μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα;
Στην αρχή όλα μοιάζουν απλά. Η τοπική εφημερίδα είναι έτοιμη να δημοσιεύσει τα ευρήματά του, άνθρωποι της πόλης στέκονται στο πλευρό του κι ο ίδιος πιστεύει πως έκανε απλώς το καθήκον του. Βρέθηκε το πρόβλημα; Ωραία, το διορθώνουμε!
Μόνο που τότε εμφανίζεται ο αδελφός του, Πέτερ Στόκμαν, δήμαρχος της πόλης και πρόεδρος της διοίκησης των λουτρών και μαζί του εμφανίζεται κάτι που έχει την κακή συνήθεια να περιπλέκει ακόμη και τις πιο αυτονόητες αλήθειες.
Ο λογαριασμός!
Για να διορθωθεί το πρόβλημα χρειάζονται μεγάλα έργα, πολλά χρήματα και τα λουτρά πρέπει να κλείσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η πόλη θα χάσει επισκέπτες, οι επιχειρήσεις έσοδα και κάποιοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα κληθούν να πληρώσουν.
Οπότε κάπου εκεί αρχίζουν τα ωραία. Γιατί το νερό εξακολουθεί να είναι μολυσμένο, οι εργαστηριακές αναλύσεις δεν άλλαξαν και τα δεδομένα παραμένουν ακριβώς τα ίδια.
Άλλαξε όμως κάτι άλλο, το κόστος της αλήθειας!
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, μαζί με τη συνειδητοποίηση του κόστους αρχίζουν να αλλάζουν κι οι άνθρωποι.
Η εφημερίδα που ήταν έτοιμη να δημοσιεύσει τα πάντα αρχίζει να… το ξανασκέφτεται. Οι υποστηρικτές του γιατρού γίνονται επιφυλακτικοί κι οι βεβαιότητες αποκτούν αστερίσκους. Μήπως πρέπει να το ξαναδούμε; Μήπως ο γιατρός υπερβάλλει; Μήπως τελικά το κόστος της λύσης είναι μεγαλύτερο από το ίδιο το πρόβλημα;
Σε αυτό το σημείο στάθηκα, ναι, στάθηκα και σκέφθηκα πως ο συγγραφέας δεν αλλάζει βρε παιδί μου την αλήθεια, μα αλλάζει το τίμημά της! Ιδιοφυές!
Γιατί είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι την αλήθεια όταν δεν σου κοστίζει τίποτα. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζει να απειλεί τη δουλειά σου, το εισόδημά σου, την επιχείρησή σου ή την οικονομία ολόκληρης της πόλης σου; Παραμένει άραγε το ίδιο εύκολο να είσαι με το μέρος της;
Κάπως έτσι, ο άνθρωπος που πριν από λίγο θεωρούνταν ευεργέτης αρχίζει σιγά σιγά να μετατρέπεται σε πρόβλημα. Όσο λοιπόν περισσότερο επιμένει να μιλήσει, τόσο περισσότερο απομονώνεται, μέχρι που τελικά ο Τόμας Στόκμαν ανακηρύσσεται… «Εχθρός του λαού»!
Τότε ακριβώς αρχίζεις να ρουφάς τις σελίδες με περισσότερη ένταση, τότε αρχίζει να σε τρώει το ερώτημα. Πότε ακριβώς έγινε εχθρός; Όταν μολύνθηκε το νερό; Όταν το ανακάλυψε; Όταν αποφάσισε να το πει ή μήπως όταν αρνήθηκε να σωπάσει;
Όσο προχωράς την ανάγνωση παρατηρείς πως αλλάζει κι ο ίδιος ο «Γιατρός». Η οργή του μεγαλώνει, η σύγκρουσή του με την πόλη γίνεται σύγκρουση με την πλειοψηφία κι αρχίζει να μιλά πλέον όχι μόνο για τα μολυσμένα νερά, αλλά για μια κοινωνία που θεωρεί ανίκανη να δεχτεί την αλήθεια. Ο άνθρωπος που ξεκίνησε υπερασπιζόμενος ένα επιστημονικό εύρημα φτάνει να αμφισβητεί σχεδόν τους πάντες.
Είναι ακριβώς η στιγμή που κατανοείς πως ένας άνθρωπος μπορεί να έχει δίκιο και παρ’ όλα αυτά να γίνεται αλαζόνας! Κατανοείς ότι μπορεί η πλειοψηφία να έχει άδικο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτομάτως αυτός που βρίσκεται απέναντί της έχει δίκιο σε όλα!
Κυρίως όμως αναρωτιέσαι, ποιος αποφασίζει τελικά τι είναι αλήθεια; Η πλειοψηφία; Η εξουσία; Η εφημερίδα; Ο ειδικός;
Μήπως η αλήθεια έχει την ενοχλητική ιδιότητα να παραμένει αλήθεια ακόμη κι όταν κανείς δεν θέλει να την ακούσει;
Κάπου εκεί έκλεισα το βιβλίο, ήπια μια γουλιά καφέ και κοίταξα απέναντι.
Σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Ίψεν έγραψε τον «Εχθρό του λαού». Αλλάξαμε πόλεις, αλλάξαμε κοινωνίες, αποκτήσαμε τηλεοράσεις, διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα, τεχνητή νοημοσύνη. Η πληροφορία ταξιδεύει πλέον από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη μέσα σε δευτερόλεπτα κι όμως το βασικό ερώτημα παραμένει σχεδόν ανέγγιχτο.
Θέλουμε πραγματικά την αλήθεια ή τη θέλουμε μόνο όσο δεν μας κοστίζει;
Έμεινα λίγο να κοιτάζω τον καφέ μέχρι που ένα χέρι μου άγγιξε τον ώμο. Ήταν η Φρύνη που με ρώτησε «…θέλεις κάτι να φάς;»
Ακριβώς τότε μου ξέφυγε ένα χαμόγελο. Ρε Ίψεν… σίγουρα πέθανες το 1906;
Έριξα άλλη μια ματιά στο βιβλίο. Σίγουρα δεν έχεις περάσει απ’ το Κιάτο; Σίγουρα δεν έχεις δει το αλιευτικό μας καταφύγιο;
Google+ Linkedin