Τρεις γενιές και μία Δημοκρατία (Του Χρήστου Καλαντζή)
Αν η Δημοκρατία είναι πράγματι δική μας, γιατί τόσες φορές νιώθουμε ξένοι μέσα της;
Ο παππούς μου δεν ήταν πολιτικός. Δεν έγραψε βιβλία. Δεν ανέβηκε ποτέ σε βήμα για να μιλήσει. Ήταν ένας απλός άνθρωπος.
Δούλευε από τα χαράματα μέχρι το μούσγωμα. Τα χέρια του μύριζαν χώμα κι ιδρώτα. Τα βράδια του καλοκαιριού καθόταν σε ένα υποτυπώδες ξύλινο σκαμπό έξω από το σπίτι, καθάριζε φιρίκια κι «έβαζε» το ραδιόφωνο τόσο χαμηλά που περισσότερο το μάντευες παρά το άκουγες.
Κάποτε ο μικρός του γιος, ο πατέρας μου δηλαδή, τον ρώτησε… «Πατέρα… εσύ τι πιστεύεις;»
Ο παππούς δεν απάντησε! Σήκωσε το βλέμμα προς τον δρόμο, κοίταξε αν περνούσε κανείς, έκλεισε λίγο ακόμη το παράθυρο και μόνο τότε ψιθύρισε σχεδόν μονολεκτικά τη γνώμη του… «Δεν Ξέρω» κι όμως… ήξερε!
Όχι γιατί ντρεπόταν αλλά γιατί είχε μάθει πως, σε εκείνα τα χρόνια, ακόμη κι οι λέξεις μπορούσαν να αποκτήσουν μάρτυρες, κι όταν οι λέξεις αποκτούν μάρτυρες οι άνθρωποι μαθαίνουν με το στανιό να σωπαίνουν.
Ύστερα ήρθε η Δημοκρατία, όχι σαν μια λέξη γραμμένη στο Σύνταγμα μα σαν η πρώτη ανάσα ενός ανθρώπου που έπειτα από χρόνια μπορούσε να μιλήσει χωρίς να κοιτάζει πίσω από τον ώμο του. Μπορούσε να κρατά την εφημερίδα χωρίς να κρύβει τον τίτλο της.
Τα χρόνια πέρασαν κι ο γιος μεγάλωσε πια, δεν φοβόταν να εκφράσει τη γνώμη του. Φοβόταν όμως ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει στον τόπο του. Έκλεισε κι εκείνος μια βαλίτσα για να κυνηγήσει μια ζωή που δεν έβρισκε εδώ.
Χιλιάδες Έλληνες έκαναν το ίδιο! Άλλοι πήγαν στις πόλεις κι άλλοι στο εξωτερικό. Άφησαν πίσω τους γονείς, χωράφια, γειτονιές, καλοκαίρια, μυρωδιές. Κουβάλησαν την Ελλάδα στις αποσκευές με την ελπίδα ότι κάποτε θα επιστρέψουν σε μια πατρίδα πιο δίκαιη από εκείνη που άφησαν.
Σήμερα; Σήμερα ο εγγονός δεν χαμηλώνει πλέον τη φωνή του. Γράφει, μιλά, ψηφίζει, διαφωνεί και κανείς δεν απαγορεύει να εκφράσει τη γνώμη του.
Κι όμως! Πόσες φορές νιώθει ότι η γνώμη του χάνεται μέσα στον θόρυβο; Πόσες φορές αισθάνεται ότι το κράτος τον θυμάται μόνο όταν έχει να του ζητήσει κάτι; Έρμαιο των πολιτικών και των υποτακτικών τους! Πόσες φορές κοιτάζει κι εκείνος έναν χάρτη κι αναρωτιέται αν η ζωή του βρίσκεται σε μια άλλη χώρα;
Τότε μάλλον καταλαβαίνεις πως κάθε γενιά κουβάλησε το δικό της βάρος.
Ο παππούς πάλεψε για την ελευθερία, ο πατέρας για την αξιοπρέπεια και ίσως η δική μας γενιά να παλεύει για κάτι εξίσου πολύτιμο.
Να ξαναπιστέψει!
Να πιστέψει ότι η Δημοκρατία δεν είναι μόνο το δικαίωμα να μιλάς. Είναι και η βεβαιότητα ότι κάποιος σε ακούει, ότι ο νόμος δεν έχει αγαπημένα παιδιά, ότι η δικαιοσύνη δεν γνωρίζει ονόματα, ότι ο αδύναμος δεν χρειάζεται προστάτες κι ότι το παιδί σου δεν θα χρειαστεί να φύγει για να μπορέσει να ονειρευτεί.
Δημοκρατία είναι να επιστρέφει ένας άνθρωπος το βράδυ στο σπίτι του και να αισθάνεται ότι αυτή η χώρα, αυτός ο τόπος είναι και δικά του.
Ίσως η 24η Ιουλίου να είναι η μία ημέρα του χρόνου όπου η ίδια η εξουσία οφείλει να σταθεί απέναντι στους πολίτες και να τους πει
«Αυτή η Δημοκρατία υπάρχει επειδή υπάρχεις εσύ. Πες μας πού στάθηκε αντάξιά σου, πού σε απογοήτευσε;»
Tags :
Χρήστος Καλαντζής

