Ο Πολιτισμός (Του Χρήστου Καλαντζή)

Μέσα Ιουνίου ήταν όταν ο Μήτρος, ως υποψήφιος παράγων του τόπου, έμαθε ότι στην «πρωτεύουσα» θα πραγματοποιούνταν τα εγκαίνια του νέου πολιτιστικού κέντρου με τραγουδιστές, επισήμους, βουλευτές, δημάρχους και κάθε λογής πομφόλυγες!
Την είδηση είχε φέρει ο κομματάρχης στο καφενείο από την προηγούμενη κιόλας μέρα. Όχι, όχι βρε παιδί μου σαν πληροφορία μα σαν εθνική ανακοίνωση, σαν το γεγονός της χρονιάς.
Για τούτο τον σκοπό μπήκε στο καφενείο με το καλό του σακάκι, κρατώντας πούρο στο ένα χέρι και το κινητό στο άλλο.
«Χωριανοί!» φώναξε…
«Τι έγινε πάλι;» ρώτησε ο μπάρμπα Τάσης.
«Αύριο έχουμε πολιτισμό!»
«Πού;»
«Κάτω στην πρωτεύουσα!»
«Και πώς το ξέρεις;»
«Με κάλεσαν»
«Ποιοι;»
«Οι αρμόδιοι!!»
Ο Μήτρος άφησε κάτω τον καφέ.
«Θα έχει κόσμο;»
«Πολύ!»
«Κλαρίνα;»
«Θα έχει!»
«Δήμαρχο;»
«Σίγουρα θα έχει!»
«Βουλευτή;»
«Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;»
«Ε, τότε πρέπει να πάμε!»
«Να βάλετε τα καλά σας!» είπε αυστηρά ο κομματάρχης.
«Στο είπε ο δήμαρχος;»
«Ναι!»
Την επόμενη μέρα από νωρίς το απόγευμα επικρατούσε αναβρασμός. Ο Μήτρος φόρεσε το καλό του πουκάμισο, το μαύρο παντελόνι, άσπρη κάλτσα και σκαρπίνι.
Ο παπάς χτένισε το μούσι κι έβαλε το καλό του ράσο. Ο μπάρμπα Τάσης έβαλε το σακάκι που είχε να φορέσει από τότε που η βενζίνη είχε κάτω από εκατό δραχμές.
Αφού λοιπόν ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, καβάλησαν τ’ αγροτικό. Ο Μήτρος στο τιμόνι, ο παπάς δίπλα, ο μπάρμπα Τάσης στην καρότσα και μαζί του δύο ξαδέρφια, ένας κουμπάρος, μια νταμιτζάνα τσίπουρο για πεσκέσι κι ένας κοντοχωριανός που κανείς δεν ήξερε γιατί είχε ανέβει αλλά πλέον ήταν αργά να κατέβει καθότι φανατικός ψηφοφόρος του δημάρχου.
«Πάμε!»
«Πού πάμε;» φώναξε ο μπάρμπα Τάσης.
«Στον πολιτισμό που έφτιαξε ο δήμαρχος!»
Το αγροτικό ξεκίνησε. Δεν είχαν διανύσει ούτε τρία χιλιόμετρα όταν εμφανίστηκε ο πρώτος σωρός σκουπιδιών.
Μετά ο δεύτερος.
Μετά ο τρίτος.
Μετά ένας καναπές.
Μετά δύο στρώματα.
Μετά ένα ψυγείο.
Μετά ένα δεύτερο ψυγείο και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ένας κάδος απορριμμάτων που έμοιαζε να έχει παραιτηθεί από τα καθήκοντά του.
«Πάτερ…»
«Ναι;»
«Αυτά τα σκουπίδια είναι κομμάτι των εγκαινίων;»
Ο παπάς γέλασε.
Ο μπάρμπα Τάσης πάλι όχι!
«Αυτά είναι η μόνιμη συλλογή, ντεκόρ! Τα μισά είναι απ’ το χωριό μας!»
Ο δρόμος συνέχισε να αποκαλύπτει αξιοθέατα!
Καρέκλες χωρίς πόδια.
Πόδια χωρίς καρέκλες.
Μπάζα.
Κλαδιά.
Λεκάνες κι ένα ψυγείο τόσο παλιό που ο Μήτρος ήταν σχεδόν βέβαιος ότι το είχε ξαναδεί κάπου… …στο σπίτι του!
«Ρε παιδιά…»
«Τι;»
«Δεν πήραμε εργολάβο για τα σκουπίδια;»
«Πήραμε»
«Και τότε γιατί είναι όλα ακόμα εδώ;»
Όταν τελικά έφτασαν στο λιμάνι είχε ήδη νυχτώσει. Το αγροτικό σταμάτησε σε ένα θεοσκότεινο σημείο στην είσοδο του λιμανιού.
Ο Μήτρος κατέβηκε πρώτος πήρε την νταμιτζάνα στην πλάτη κι έκανε δύο βήματα. Ξαφνικά πάτησε κάτι μαλακό, ζεστό, μυρωδάτο κι εξαιρετικά ανησυχητικό.
Έμεινε ακίνητος.
«Πάτερ…»
«Ναι… πρόκα είναι»
Ο παπάς ξέσπασε σε γέλια.
«Μήτρο, σήμερα σε κυνηγάει ο τόπος!»
«Όχι!»
«Τι όχι;»
«Ο τόπος με γνωρίζει προσωπικά πλέον!» απάντησε ο Μήτρος βγάζοντας το σκαρπίνι και την κάλτσα αφού πρώτα κάθισε σ’ ένα σωρό με σακιά τσιμέντο.
«Βάλε ρε να πιούμε μια γουλιά» είπε ο Μπάρμπα Τάσης αφού κάθισε δίπλα σε μια «ντάνα» πλάκες. Πράγματι ο Μήτρος έβγαλε μερικά πλαστικά ποτήρια από τη μια τσέπη και τα γέμισε εν ριπή.
«Στην υγειά μας!!» είπε και με μιας όλοι κατέβασαν το τσίπουρο. Η πρώτη γουλιά έφερε τη δεύτερη κι αυτή τη νιοστή μέχρι που η νταμιτζάνα άδειασε.
«Ρε το ήπιαμε το πεσκέσι…» είπε ο παπάς προσπαθώντας να βάλει τις τελευταίες σταγόνες στο ποτήρι του.
«Δεν πειράζει μωρέ, θα φέρουμε άλλο την επόμενη φορά» απάντησε ο Μήτρος και με μιας φόρεσε κάλτσα και παπούτσι.
Μισομεθυσμένοι και κρατώντας ο ένας τον άλλο αποφάσισαν τρέκλα-δίπλα να κατευθυνθούν προς το πολιτιστικό κέντρο.
Όσο πλησίαζαν, τόσο άλλαζε ο κόσμος γύρω τους.
Ξαφνικά εμφανίστηκαν φώτα.
Μετά κι άλλα φώτα.
Μετά πεζοδρόμια καθαρά.
Μετά λουλούδια.
Ο Μήτρος σταμάτησε.
«Πάτερ…»(χικ!)
«Ναι;»
«Περάσαμε τα σύνορα;»
«Ποια σύνορα;»
«Της πόλης με την Ελβετία!»(χικ!)
Λίγα μέτρα αργότερα εμφανίστηκε μπροστά τους το νέο πολιτιστικό κέντρο.
Φωταγωγημένο!
Καθαρό!
Με ήχους μουσικής και λαμπερό σαν να είχε κατέβει από άλλη διάσταση!
Ο Μήτρος κοίταξε το κτίριο, μετά γύρισε και κοίταξε τον δρόμο από κει που είχαν έρθει, μετά ξανακοίταξε το κτίριο και τον κόσμο.
«Πάτερ…»
«Ναι;» (χικ!)
«Εδώ είναι;»
«Εδώ»
«Σίγουρα;»(χικ!)
«Σίγουρα»
«Δεν μπήκαμε κατά λάθος σε διαφήμιση;»
Πριν προλάβει να απαντήσει κανείς, εμφανίστηκε ο κομματάρχης, χαμογελαστός, καμαρωτός, σιδερωμένος!
«Καλώς τους!»
«Κομματάρχaaa!!!»(χικ!) φώναξε ο Μήτρος.
«Πώς σας φαίνεται;»
Ο Μήτρος κοίταξε γύρω.
«Πολύ ωραίο!!»(χικ!)
«Είδες;»
«Είδα!»
«Πολιτισμός!»
«Ναι…» (χικ!)
«Δεν σου αρέσει;»
«Μου αρέσει»
«Τότε γιατί κοιτάς έτσι;»
Ο Μήτρος πλησίασε συνωμοτικά.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» (χικ!)
«Ρώτα»
«Όλα τα φώτα της πόλης τα φέρατε εδώ;»
Ο κομματάρχης ίσιωσε το σακάκι του.
«Όχι ρε Μήτρο, τα φώτα είναι καινούργια!»
«Και τα άλλα;»
«Ποια άλλα;»
«Αυτά που δεν υπάρχουν στο λιμάνι και πάτησα τα σκατά»(χικ!)
Ο κομματάρχης αποφάσισε να αγνοήσει την ερώτηση.
«Ελάτε να σας ξεναγήσω!»
Μπήκαν μέσα, η αίθουσα έλαμπε!! Καρέκλες στη σειρά, φώτα, μικρόφωνα, οθόνες, κλιματισμός, καθαριότητα!
Ο Μήτρος έμεινε να κοιτάζει γύρω του ενώ ο κομματάρχης συνέχισε την ξενάγηση.
«Εδώ είναι η μεγάλη αίθουσα…»
«Μάλιστα»(χικ!)
«Εδώ οι εκδηλώσεις…»
«Μάλιστα»(χικ!)
«Εδώ οι συναυλίες…»
«Μάλιστα»(χικ!)
«Εδώ οι πολιτιστικές δράσεις…»
Ο κομματάρχης έδειχνε το ένα δωμάτιο μετά το άλλο κι ο Μήτρος κοιτούσε έξω από τα παράθυρα.
Στο τέλος δεν άντεξε.
«Κομματάρχη…»
«Τι;»
«Να σε ρωτήσω κάτι σοβαρό;»
«Ρώτα.»
«Πόσα πλερώσαμε;» (χικ!)
Ο κομματάρχης είπε ένα ποσό!
Ο Μήτρος έμεινε ακίνητος.
Ο μπάρμπα Τάσης έμεινε ακίνητος.
Ο παπάς έμεινε ακίνητος.
Ακόμα κι ο κλιματισμός φάνηκε να σταματά για λίγο.
«Τόοοσα;;»
«Τόσα!»
«Και τα βρήκατε;» (χικ!)
«Τα βρήκαμε!!»
«Και για τα φώτα στο λιμάνι;» (χικ!)
«Άλλο έργο»
«Και για την πλατεία;» (χικ!)
«Άλλο έργο»
«Και για τα σκουπίδια;» (χικ!)
«Άλλο έργο»
«Και για τον σκύλο που δάγκωσε τον παπά;» (χικ!)
«Άλλο θέμα»
«Και για την πρόκα που πάτησα;» (χικ!)
«Άλλο βήμα»
Ο Μήτρος έμεινε για λίγο σκεπτικός.
Μετά γύρισε προς τον μπάρμπα Τάση.
«Κατάλαβα» (χικ!)
«Τι κατάλαβες;»
«Ο πολιτισμός είναι έργο!» (χικ!)
«Και;»
«Τα υπόλοιπα είναι άλλα έργα!» (χικ!)
Ο μπάρμπα Τάσης χαμογέλασε.
«Όχι παιδί μου!»
«Τι;»
«Ο πολιτισμός δεν είναι το κτίριο!»
«Τότε τι είναι;» (χικ!)
Ο μπάρμπα Τάσης κοίταξε προς την πόλη.
Προς το σκοτεινό λιμάνι.
Προς την μισοτελειωμένη πλατεία.
Προς τον δρόμο που είχαν μόλις διασχίσει κι ύστερα ξανακοίταξε το λαμπερό πολιτιστικό κέντρο.
«Πολιτισμός είναι να μη χρειάζεται να περάσεις από όλα τούτα τα «έργα» για να δεις το «έργο!»».
