Ο Νέος επαγγελματικός ορίζοντας του Μήτρου…(Του Χρήστου Καλαντζή)

Καλοκαιρινή Κυριακή πρωί στο καφενείο.
Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά πάνω από το βουνό και το χωριό ξυπνούσε σιγά, σιγά με τους γνωστούς ήχους. Ξέρετε τώρα κοκόρια να λαλούν, σκυλιά να γαυγίζουν, γειτόνισσες να τσακώνονται! Μια κανονική χριστιανική κορινθιακή κοινότητα δηλαδή.
Ο παπάς είχε μόλις τελειώσει τη λειτουργία, τα περιστέρια τσακώνονταν για λίγα ψίχουλα στην πλατεία κι ο καφετζής σκούπιζε με την αφάνα[1] τον ίδιο χώρο για τρίτη φορά, χωρίς να υπάρχει βέβαια κανένας ιδιαίτερος λόγος.
Στη γωνία καθόταν από ώρα ο δάσκαλος απολαμβάνοντας τον καφέ και διαβάζοντας εφημερίδα. Την είχε απλώσει μάλιστα επάνω στο τραπέζι και διάβαζε με εκείνο το ύφος που αποκτούν οι άνθρωποι όταν δεν ξέρουν αν πρέπει να γελάσουν ή να θυμώσουν.
Τότε εμφανίστηκε ο Μήτρος με τα κυριακάτικά του ρούχα…
«Καλημέρα χωριανοί!»
«Καλημέρα Μήτρο»
«Τι νέα έχουμε;»
Ο δάσκαλος χαμήλωσε την εφημερίδα.
«Αυξήσεις»
«Πού;»
«Στους μισθούς των μητροπολιτών και του αρχιεπισκόπου!» απάντησε ο δάσκαλος.
Ο Μήτρος κάθισε. «Κατάστημα… καφέ» είπε στον καφετζή. «Τι αυξήσεις;» μίλησε προς τον δάσκαλο με ύφος υποψήφιου πολιτικού.
«Γύρω στο ενενήντα τοις εκατό»
Ο Μήτρος έμεινε ακίνητος.
«Ενενήντα ευρώ;»
«Ενενήντα τοις εκατό» ξαναμίλησε ο δάσκαλος.
«Όχι εννιά;»
«Όχι»
«Δεκαεννιά;»
«Όχι»
«Ενενήντα τι; Ενενήντα ή εκατό;»
«Άστο βρε Μήτρο» φώναξε ο δάσκαλος σαν να αποκρινόταν σε μαθητούδι.
Ο Μήτρος κοίταξε τον καφετζή.
«Ρε Στέλιο, μήπως ο δάσκαλος διάβασε την εφημερίδα ανάποδα;»
Ο καφετζής ανασήκωσε τους ώμους.
«Μπα… κι εγώ το ίδιο άκουσα»
«Δάσκαλε…»
«Ναι;»
«Πόσα λεφτά πήραν τελικά;»
«Τα διπλά λεφτά! Περίπου 5000€ το μήνα! Λίγο πάνω, λίγο κάτω…»
Ο Μήτρος έμεινε με ανοιχτό το στόμα γουρλώνοντας παράλληλα τα μάτια.
«Όλοι;;;» Ξαναρώτησε!
«Φυσικά» απάντησε ο δάσκαλος
«Ρε δάσκαλε… εσύ που τα ξέρεις όλα, πόσα χρόνια θέλει για να γίνει κανείς μητροπολίτης;»
Ο δάσκαλος κατέβασε αργά την εφημερίδα.
«Τι σε έπιασε πάλι;»
«Ρωτάω από επαγγελματικό ενδιαφέρον»
«Εσύ δεν θα κατέβαινες στην πολιτική;»
«Θα κατέβω»
«Ε, τότε;»
«Οι εκλογές αργούν μωρέ…»
«Και;»
«Μέχρι τότε κάτι πρέπει να φάω κι εγώ!»
Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε ο παπάς στο καφενείο.
Ο Μήτρος πετάχτηκε πάνω λες και μπήκε ο πρόεδρος της Αμερικής.
«Πάτερ!»
«Καλημέρα παιδί μου»
«Καλημέρα πάτερ! Κάτσε εδώ δίπλα μου!!»
Φώναξε ο Μήτρος τινάζοντας τον μπουχό από το μαξιλάρι στην διπλανή καρέκλα.
Ο παπάς κάθισε καχύποπτος.
«Τι θέλεις πάλι τέκνο μου;»
«Μερικές πληροφορίες»
«Τι πληροφορίες;»
«Για τον κλάδο»
«Ποιον κλάδο;»
«Των παπάδων»
Ο παπάς κοίταξε τον δάσκαλο.
Ο δάσκαλος κοίταξε τον ουρανό.
Ο καφετζής άρχισε να γελάει πριν καν ακούσει τη συνέχεια.
«Πάτερ, υπάρχει εξέλιξη;»
«Τι εξέλιξη;»
«Να μωρέ, ξεκινάς παπάς και μετά; Προχωράς;»
«Θεωρητικά ναι»
«Δηλαδή παίρνεις βαθμούς;»
«Ναι»
«Σαν το δημόσιο ένα πράμα;»
«Όχι ακριβώς»
«Έχει προϊστάμενο;»
«Έχει»
«Πριμ;»
«Όχι.. αλλά.. έχει τα τυχερά του»
Ο μπάρμπα Τάσης είχε αρχίσει να βήχει από τα γέλια.
Ο Παπάς σταυροκοπήθηκε.
«Και τι σε έπιασε ξαφνικά;» ρώτησε.
Ο Μήτρος πήρε την εφημερίδα από τα χέρια του δασκάλου, την άνοιξε μπροστά στον παπά δείχνοντάς του τον τίτλο.
Ο παπάς διάβασε.
Σώπασε.
Ξαναδιάβασε.
Ξανασώπασε.
«Αααα…» είπε τελικά.
«Τώρα κατάλαβα»
«Πάτερ, να σου πω κάτι;»
«Για…πες»
«Όταν σκότωσαν τα πρόβατά μου αποφάσισα να σώσω τον τόπο και να γίνω πολιτικός»
«Το ξέρω»
«Μετά έμαθα ότι οι εκλογές αργούν»
«Κι αυτό το ξέρω»
«Και τώρα βλέπω ότι υπάρχει κλάδος που παίρνει λεφτά χωρίς να περιμένει εκλογές»
Ο παπάς πήγε να μιλήσει, ο Μήτρος όμως τον πρόλαβε.
«Μην ανησυχείς πάτερ»
«Γιατί;»
«Δεν αλλάζω παράταξη»
«Ποια παράταξη;»
«Για την πολιτική μιλάω»
«Ααα…»
«Απλώς μέχρι να ανοίξουν οι κάλπες ψάχνω ένα προσωρινό επάγγελμα»
Το καφενείο είχε διαλυθεί στα γέλια, μονάχα ο παπάς παρέμενε σοβαρός.
«Μήτρο»
«Ναι, πάτερ;»
«Η Εκκλησία δεν είναι επάγγελμα»
«Το ξέρω»
«Δεν είναι επένδυση»
«Δεν το ξέρω»
«Δεν είναι χρηματιστήριο»
«Το ξέρω»
«Τότε γιατί ρωτάς;»
Ο Μήτρος πήρε την εφημερίδα και την κοίταξε για λίγο.
Μετά κοίταξε τον παπά.
Μετά τον δάσκαλο.
Μετά τον καφετζή και τέλος τον μπάρμπα Τάση.
«Να σας πω την αλήθεια;»
«Πες»
«Από τότε που μου σκότωσαν τα πρόβατα, ψάχνω ένα κλάδο που να μην τον πιάνει πανώλη, να μην αρρωσταίνει βρε παιδί μου»
«Και;»
«Μέχρι τώρα βρήκα μόνο δύο»
«Ποιους;»
«Την πολιτική και την εκκλησία»
«Και;»
«Και ακόμα δεν έχω αποφασίσει σε ποια από τις δύο έχω περισσότερες πιθανότητες να πιάσω την καλή»
Το καφενείο σείστηκε από τα γέλια.
Ο παπάς χαμογέλασε παρά τη θέλησή του.
Ο δάσκαλος κούνησε το κεφάλι κι ο μπάρμπα Τάσης αναστέναξε.
«Μήτρο…»
«Ναι;»
«Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά σου;»
«Ποιο;»
«Ότι βλέπεις μια είδηση και ψάχνεις αμέσως πώς θα χωθείς μέσα»
«Και πού είναι το κακό;»
«Η είδηση δεν αφορά εσένα»
Ο Μήτρος χαμογέλασε.
«Ακόμα…»
