Ο μεγάλος αιρετικός Θεόφιλος Καΐρης

Ο μεγάλος αιρετικός Θεόφιλος Καΐρης

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε στην Άνδρο στις 19 Οκτωβρίου 1784 από επιφανή οικογένεια του νησιού. Γονείς του ήταν ο πρόκριτος Νικόλαος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία.

Ο Θεόφιλος Καΐρης ήταν από τους πιο φωτισμένους εκπαιδευτικούς της σύγχρονης Ελλάδας, ο μεγαλύτερος ίσως Ελλαδίτης διαφωτιστής, πασίγνωστος στην Ευρώπη, ένα από τα πιο ελεύθερα και ασυμβίβαστα πνεύματα της εποχής του, διδάσκαλος του γένους, ιερωμένος, μαχητικός αγωνιστής της ανεξαρτησίας το 1821, τρεις φορές τραυματίας της επανάστασης, βουλευτής της πρώτης ελληνικής Βουλής, αυτός που επιλέχθηκε να προσφωνήσει εκ’ μέρους της εθνικής αντιπροσωπείας τον πρώτο κυβερνήτη της χώρας Ιωάννη Καποδίστρια κατά την τελετή άφιξής του. Ήταν φιλόσοφος με δική του ολοκληρωμένη θεωρία, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων και ιδρυτής ενός διδασκαλείου που στον καιρό του θεωρήθηκε καλύτερο κι από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Κι όμως, ο σεμνός αυτός άνθρωπος που η πατρίδα θα ‘πρεπε να ευγνωμονεί και να τιμήσει, πέθανε και θάφτηκε σαν τον χειρότερο προδότη.

Στις 9 Ιανουαρίου 1853 εξέπνευσε ολομόναχός του στο πάτωμα ενός υγρού κελιού των φυλακών της Σύρου. Ο τοπικός παπάς αρνήθηκε να τον θάψει στο νεκροταφείο ως αιρετικό. Μετέφεραν το σώμα του στο πιο φρικτό σημείο του νησιού, στο λοιμοκαθαρτήριο του λιμανιού της Ερμούπολης, εκεί που απομόνωναν όσους έρχονταν με τα καράβια μολυσμένοι από πανούκλα ή λέπρα. Άνοιξαν έναν λάκκο και πέταξαν μέσα τη σωρό του, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και υπό την επίβλεψη της χωροφυλακής. Το επόμενο βράδυ, βέβηλοι θρησκόληπτοι «πατριώτες» άνοιξαν τον πρόχειρο τάφο, έβγαλαν έξω το σώμα του, το άνοιξαν με μαχαίρι, έβγαλαν τα σπλάχνα του, γέμισαν την κοιλιά του με ασβέστη, τον παράτησαν έτσι κι έφυγαν.

Η πατρίς ευγνωμονούσα…

Τα λεγόμενα «Καϊρικά», που εκδηλώθηκαν σε δύο φάσεις (1839 και 1852), προκάλεσαν σάλο στην ελληνική κοινωνία. Από τη μια ήταν η εκκλησία, οι συντηρητικοί και ο θρησκόληπτος όχλος κι από την άλλη οι προοδευτικοί άνθρωποι, οι διαφωτιστές κι όλοι όσοι υποστήριζαν την ελευθερία λόγου και σκέψης. Νίκησαν οι πρώτοι βέβαια. Ο Θεόφιλος Καΐρης, κληρικός, μέγας διανοούμενος με σπουδές φιλοσοφίας, μαθηματικών, φυσικής και ιατρικής στην Πίζα και το Παρίσι, με περγαμηνές από τη συμμετοχή του στην Επανάσταση του ’21 (ξεσήκωσε την Άνδρο, τα Ψαρά και τον Όλυμπο όπου τραυματίστηκε τρεις φορές), παραιτήθηκε από βουλευτής για λόγους υγείας το 1824 και επέστρεψε στο νησί του την Άνδρο για να ανοίξει ένα σχολείο-ορφανοτροφείο για τα παιδιά των αγωνιστών του ’21 που χάθηκαν, στο οποίο θα διδάσκονταν και ανώτερα μαθήματα. Τέτοιο σχολείο δεν υπήρχε στην Ελλάδα.

Το 1835 αρνήθηκε να παραλάβει από το βασιλιά Όθωνα τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος επειδή ο βασιλιάς δεν παραχωρούσε Σύνταγμα στη χώρα. Ο βασιλιάς δεν του το συγχώρησε ποτέ. Όταν ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, αρνήθηκε τη θέση του τακτικού καθηγητή της Φιλοσοφίας, καταγγέλλοντας τη στελέχωση του ιδρύματος ως προϊόν ποικίλων συναλλαγών.

Ο Θεόφιλος Καΐρης  ταξίδεψε σ’ όλη την Ευρώπη, μάζεψε εισφορές και χωρίς καμιά κρατική βοήθεια, τον Σεπτέμβριο του 1835 λειτούργησε για πρώτη φορά το εκπαιδευτήριό του. Μόλις λειτούργησε, η σχολή έλαμψε σαν φάρος ελεύθερης σκέψης και αντιαυταρχικής εκπαίδευσης. Γρήγορα πήρε τη φήμη του καλύτερου ανώτερου σχολείου της ανατολικής Μεσογείου. Δεν ήταν μόνο τα μικρά ορφανά παιδιά που είχαν ένα ευρωπαϊκών προδιαγραφών πρόγραμμα σπουδών, ούτε μόνο τα όργανα που έφερε από το εξωτερικό (όργανα χημείας, τηλεσκόπιο) που δεν τα είχαν ξανακούσει στην Ελλάδα, ήταν κυρίως οι ανώτερες διαλέξεις του ίδιου του Καΐρη για θέματα φιλοσοφίας κι επιστήμης που άφησαν εποχή.

Ξαφνικά, φοιτητές, φτασμένοι επιστήμονες και διανοούμενοι από την Ελλάδα και όλα τα Βαλκάνια, άρχισαν να ταξιδεύουν στην Άνδρο για να ακούσουν τον μεγάλο δάσκαλο. Καθαρός διαφωτιστής ο Καΐρης, οπαδός του Αδαμάντιου Κοραή, βαθύτατος μελετητής των εγκυκλοπαιδιστών, διέθετε έναν ανθρωπολογικό προσανατολισμό στη σκέψη του που εξόργιζε τους συντηρητικούς και τους θεοκράτες.  Μιλούσε για τις φυσικές επιστήμες, όχι για τυφλή πίστη στον Θεό αλλά για την ανακάλυψη του μέσα από την εξερεύνηση των δημιουργημάτων του.

Έφτιαξε ένα δικό του φιλοσοφικό σύστημα που ονόμασε «Θεοσέβεια», στο οποίο παραδεχόταν μεν την ύπαρξη ενός ασύλληπτου στον ανθρώπινο νου ανώτατου όντος, εμμέσως όμως απέρριπτε το δόγμα της Αγίας Τριάδας και τις ευαγγελικές παραδόσεις. Ήταν μια ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία με απόχρωση θεολογική που αρνιόταν τον θρησκευτικό δογματισμό και προέκρινε την «έλλογη αρετή».

Μιλούσε επίσης για συνταγματικά οργανωμένη πολιτεία και για μια μελλοντική πολιτειακή οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας με βάση τον κοινοτισμό και τη δημοκρατία. Ως προς την παιδαγωγική του μέθοδο, χαρακτήριζε τα μαθήματα φιλικές συνδιαλέξεις, ονόμαζε επισήμως τους μαθητές του «φίλους και αδελφούς», ενώ υποστήριζε ότι η πιο σωστή παιδαγωγική μέθοδος ήταν να μαθαίνει ο δάσκαλος από το μαθητή κι όχι το αντίστροφο. Πρωτοφανή πράγματα για την εποχή και τη χώρα. Πόσο θα άντεχε; Από το 1838 ο Όθωνας έστειλε έναν Γερμανό καθηγητή φιλοσοφίας ονόματι Brandis να παρακολουθήσει κρυφά τις διαλέξεις του Καΐρη. Επιστρέφοντας, ανέφερε στο βασιλιά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξει ο Καΐρης, ο Βασιλεύς Όθων θα φύγει από την Ελλάδα». Τόσο τρόμο απέπνεε η διδασκαλία του.

Πρώτο άρχισε επισήμως τον πόλεμο στον Καΐρη το Πατριαρχείο. Ο Γρηγόριος ΣΤ΄ εξέδωσε μια «Πατριαρχική και Συνοδική εγκύκλιο, περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του θεοσεβισμού». Η παραθρησκευτική οργάνωση «Φιλορθόδοξος Εταιρεία» του Κωνσταντίνου Οικονόμου και του Κοσμά Φλαμιάτου, κινητοποίησε τις εφημερίδες της και ξεσήκωσε τον απλό κόσμο, φωνάζοντας ότι οι άθεοι κυριεύουν τη χώρα. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος έστειλε επιστολή στον Καΐρη στις 10 Ιουλίου 1839, με την οποία του ζητούσε «ομολογίαν πίστεως».

Για έναν διαποτισμένο από τα νάματα της Γαλλικής Επανάστασης διανοούμενο σαν τον Καΐρη, κάτι τέτοιο ήταν ανήκουστο. Απάντησε καταγγέλλοντας την κλήση του σε απολογία: «Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένου μάλιστα επί ανεξιθρησκεία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως».

Αυτό που είχε αξία δεν ήταν η κοσμοθεωρία του Καΐρη, αλλά το δικαίωμα του κάθε Έλληνα πολίτη στον τόπο του, να σκέφτεται ελεύθερα και να λέει ανεμπόδιστα αυτά που πιστεύει. Ούτε η πολιτική ούτε η θρησκευτική εξουσία όμως είχαν σκοπό να παραχωρήσουν εύκολα αυτό το αυτονόητο δικαίωμα. Όταν ο δάσκαλος αρνήθηκε να κάνει ομολογία πίστεως, η κυβέρνηση διέταξε τον αρχηγό του στόλου ναύαρχο Κανάρη να τον φέρει διά της βίας στην Αθήνα. Η μεταγωγή του άρρωστου Καΐρη στην Αθήνα στο μπαλαούρο ενός πολεμικού καραβιού σαν να ήταν κοινός πειρατής, λύπησε βαθύτατα τους πολυάριθμους μαθητές του. Υπήρχε όμως και ο όχλος που ζητούσε να κρεμαστεί ο άθεος χωρίς απολογίες και δίκες.

Προσπάθησαν να τον πείσουν να δώσει στην Ιερά Σύνοδο τις τυπικές εξηγήσεις που του ζητούσε, με αντάλλαγμα την αθώωση και τη σχολή που τόσο αγαπούσε. Μάταια. Ο Καΐρης δεν υποχωρούσε σε θέματα συνείδησης. Η Ιερά Σύνοδος τον καθαίρεσε ως αιρετικό και ιδρυτή άλλης θρησκείας. Το βαρύτατο κείμενο της καθαίρεσης διαβάστηκε σε όλες τις εκκλησίες της επικράτειας τον Νοέμβριο του 1841. Σ’ αυτό, ο Καΐρης χαρακτηριζόταν «υπηρέτης μοχθηράς γνώμης του Διαβόλου […] πεπληρωμένον πνεύμα μοχθηρίας […] διαφθορεύς της Ορθοδόξου ημών νεολαίας» και άλλα φοβερά.

Μετά την Εκκλησία, πήρε σειρά το κράτος. Με απλή εντολή του υπουργού εκκλησιαστικών Γλαράκη και χωρίς καμία δικαστική απόφαση, ο Καΐρης φυλακίστηκε σε μοναστήρι της Σκιάθου, όπου έζησε ενάμιση χρόνο κάτω από άθλιες συνθήκες. Παράλληλα, άρχισε στο εσωτερικό της χώρας ένα απερίγραπτο κυνηγητό εναντίον αυτών που θεωρούνταν οπαδοί του «καϊρισμού». Η σχολή έκλεισε και άρχισε απηνής διωγμός όσων είχαν φοιτήσει σ’ αυτήν. Η Ιερά Σύνοδος πήρε τον κατάλογο των μαθητών και τους κατέταξε ανάλογα με τις επιδόσεις τους. Όσο καλύτερους βαθμούς είχαν, όσο περισσότερες διαλέξεις είχαν παρακολουθήσει, τόσο πιο επικίνδυνοι θεωρήθηκαν και κυνηγήθηκαν αναλόγως.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο πατριάρχης αφόρισε τον Καΐρη και ίδρυσε ειδική σχολή σωφρονισμού όσων είχαν έρθει σε επαφή με τη διδασκαλία του. Όσοι από τους δασκάλους ή τους αποφοίτους ήθελαν να ξαναπιάσουν δουλειά σε σχολείο, έπρεπε πρώτα να περάσουν από την επανορθωτική σχολή του Πατριαρχείου και ακολούθως να κάνουν δημόσια δήλωση αποκήρυξης του Καΐρη. Ήταν υποχρεωτικό να «αποπτύσουν και να αναθεματίσουν την διδασκαλίαν και τους ταύτη συμφρονούντας, ενώπιον των Πανιερωτάτων Αρχιερέων και παντός του εν τη εκκλησία συνηθροισμένου λαού». Επρόκειτο δηλαδή για δημόσιο εξευτελισμό τους μέσα στις γεμάτες εκκλησίες..

Η υγεία του Καΐρη χειροτέρευσε ραγδαία στη Σκιάθο. Οι καλόγεροι τού φέρονταν σαν να είχαν μπροστά τους τον ίδιο τον Διάβολο. Κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι άρχισαν να διαμαρτύρονται για την παράνομη κράτησή του. Υπενθύμιζαν την προσφορά του στο έθνος και ζητούσαν τουλάχιστον επιείκεια. Ο Όθωνας που ήθελε να παριστάνει τον αρχηγό ευρωπαϊκής χώρας, αποφάσισε με βαριά καρδιά την αποφυλάκιση του και μ’ ένα κατάπτυστο διάταγμα τον εξόρισε από τη χώρα για την οποία ο Καΐρης είχε χύσει το αίμα του.

Τον Μάρτιο του 1842, ο μεγάλος δάσκαλος έφυγε για το Λονδίνο. Το κυνήγι του καϊρισμού όμως συνεχίστηκε, αφού οι οπαδοί του δεν θεωρούνταν απλώς αιρετικοί, αλλά και εκτός εθνικού κορμού. Λίγοι ήταν οι θαρραλέοι που τον υποστήριξαν δημοσίως, όπως ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος εκδότης της εφημερίδας Πρόοδος, και η εφημερίδα Αθηνά.

Όμως ο Καΐρης δεν μπορούσε να αντέξει πολύ στο εξωτερικό. Ήταν σε προχωρημένη ηλικία και ταλαιπωρημένος. Ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα. Μόλις λοιπόν έγινε η Επανάσταση του 1843 και ο βασιλιάς έδωσε με το ζόρι Σύνταγμα στη χώρα, έκανε το λάθος να μπει στο πλοίο και να γυρίσει πίσω. Διότι το Σύνταγμα κατοχύρωνε την «ελευθερία της συνείδησης» και ο Καΐρης το πίστεψε. Θεώρησε ότι θα ήταν πια ασφαλής απέναντι στους φανατικούς θρησκόληπτους.

Μεγάλο λάθος. Επέστρεψε και έμεινε στην Άνδρο. Δεν δίδασκε πια, δεν αρθρογραφούσε, δεν κυκλοφορούσε καν έξω για να μη λυντσαριστεί από τους αδαείς νησιώτες, που επηρεασμένοι από την προπαγάνδα των παπάδων τον ταύτιζαν με τον σατανά..

Παρά ταύτα, η επιστροφή του ξεσήκωσε πάλι θύελλα αντιδράσεων από τους συντηρητικούς. Οργιώδεις φήμες για τη δηλητηριώδη επίδραση του «αιρετικού» αναπαράγονταν από τις εφημερίδες. Έγραφαν ότι είχε εξωθήσει ολόκληρη την Άνδρο στην αθεΐα και ότι τη Μεγάλη Παρασκευή όλα τα χασάπικα ήταν ανοιχτά στο νησί, διότι όλοι οι άθεοι Ανδριώτες έτρωγαν… μπριζόλες.

Νέα ανάκριση άρχισε στις αρχές του 1852 από τον ανακριτή Σταύρο Λογοθέτη, ένα βδελυρό και θρησκόληπτο ανθρωπάκι. Στις 21 Δεκεμβρίου 1852, ο Καΐρης παρουσιάστηκε σε δίκη στη Σύρο. Το κατηγορητήριο είχε φτιαχτεί με τέτοιον τρόπο ώστε να παρακάμπτει το άρθρο 1 του Συντάγματος του ‘43, που κατοχύρωνε την ανεξιθρησκία και την ελεύθερη λατρεία κάθε γνωστής θρησκείας.

Στο δικαστήριο όμως, ο πρόεδρος διάβασε στον κατηγορούμενο: «Κατηγορείσαι επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Αφού διέδιδε λοιπόν άγνωστη θρησκεία, η προστασία του Συντάγματος δεν ίσχυε γι’ αυτόν. Η καταδίκη του είχε ήδη προαποφασιστεί. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο χρόνων και δέκα ημερών. Φρικτά ταλαιπωρημένος, κλείστηκε σ’ ένα μπουντρούμι των φυλακών Σύρου. Η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε αμέσως. Φίλοι του επικαλέστηκαν την άθλια κατάσταση της υγείας του 70χρονου γέροντα και ζήτησαν τη μεταγωγή του. Αλλά ο υπουργός έδωσε εγγράφως την ακόλουθη γελοία απάντηση: «Εφ’ όσον η κατάστασις της υγείας του Καΐρη είναι αείποτε νοσηρά, ανωφελές θα ήτο να αλλάξη φυλακήν».

Στις 9 Ιανουαρίου 1853, μέσα στο χειμωνιάτικο κρύο και την υγρασία, ο μεγάλος αυτός Έλληνας εξέπνευσε ολομόναχος, ξαπλωμένος στο πάτωμα της φυλακής. Η ταφή του στο βρομερό λοιμοκαθαρτήριο και η εκταφή του την επομένη από «άγνωστους» φανατικούς που γέμισαν το πτώμα του με ασβέστη, θα αποτελεί αιώνιο όνειδος για τη χώρα την οποία (μαζί με άλλους) ελευθέρωσε και ανιδιοτελώς υπηρέτησε.

Δέκα μέρες μετά το θάνατό του, στις 19 Ιανουαρίου 1853, ο Άρειος Πάγος στον οποίο είχαν προσφύγει οι μαθητές του, ακύρωσε την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και κήρυξε ομοφώνως τον Θεόφιλο Καΐρη αθώο. Ήταν πια πολύ αργά… Σ’ αυτή τη χώρα, ακόμα και η λέξη ντροπή χάνει το νόημα της…

Google+ Linkedin