Πολιτισμός… για τα πανηγύρια
Παρακολουθώντας την καλοκαιρινή πλημμυρίδα πολιτιστικών εκδηλώσεων στα χωριά μας – παραδοσιακά πανηγύρια, γιορτές τοπικών προϊόντων και δράσεις συλλόγων – είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς: τι ακριβώς υπηρετούν όλες αυτές οι εκδηλώσεις;
Είναι η ανάγκη μιας κοινότητας να ξαναβρεί τον εαυτό της; Να συναντηθούν οι άνθρωποί της, να ξαναγνωριστούν, να μοιραστούν μια βραδιά μουσικής, μνήμης και χαράς; Ή είναι, πέρα από τη διασκέδαση, η ανάγκη για έναν πολιτισμό ελεύθερο, αυθεντικό και ακηδεμόνευτο;
Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην ίδια την ιστορική διαδρομή της γιορτής.
Κάποτε, τα παραδοσιακά πανηγύρια οργανώνονταν γύρω από τα καφενεία του χωριού. Κάθε καφενείο έστηνε το δικό του μικρό πάλκο, δημιουργώντας έναν αυθόρμητο ανταγωνισμό κεφιού και ζωντάνιας στην καρδιά της κοινότητας. Ήταν ένας κοινωνικός χώρος που ανήκε στους ανθρώπους του τόπου, όπου η γιορτή, η καθημερινότητα και η κοινωνική ζωή συναντιούνταν σχεδόν φυσικά.
Σήμερα, η ερημοποίηση της υπαίθρου έχει αλλάξει τον χάρτη. Τα πανηγύρια πέρασαν, σε μεγάλο βαθμό, στα χέρια των πολιτιστικών συλλόγων και, καθώς τα καφενεία υπολειτουργούν, οι εκδηλώσεις μεταφέρθηκαν στις αυλές των παλιών σχολείων και στις ανακαινισμένες πλατείες.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι απλώς χωρική· είναι και κοινωνική. Από τον αυθεντικό χώρο της καθημερινής συνεύρεσης και της πηγαίας επαφής, περάσαμε στη θεσμοθετημένη δράση των συλλόγων και στους αναδιαμορφωμένους δημόσιους χώρους.
Και μαζί με αυτή τη μετάβαση, η παραχώρηση του χώρου τελεί πλέον υπό την έγκριση του Δήμου. Η αδειοδότηση, ασφαλώς, έχει και τους αυτονόητους, θεμιτούς λόγους της – ασφάλεια, ευθύνη, υποδομές. Όταν όμως ο χώρος της συνάντησης χρειάζεται την έγκριση του Δήμου και η παραχώρησή του εξαρτάται από τη βούληση της δημοτικής αρχής, η γραμμή ανάμεσα στη θεσμική παραχώρηση και την πολιτική εργαλειοποίηση γίνεται δυσδιάκριτη.
Έτσι, ανάμεσα στα τραγούδια, έχουμε και τους επίσημους χαιρετισμούς και τις υποσχέσεις «για το καλό του τόπου μας» από τον εκάστοτε θεσμικό προσκεκλημένο, με συνέπεια η γιορταστική εκδήλωση να κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτική επικοινωνία, όπου η κοινότητα γίνεται φόντο για φωτογραφίες, δηλώσεις και πολιτική πασαρέλα.
Ας είμαστε, όμως, ρεαλιστές.
Οι πολιτιστικοί σύλλογοι χρειάζονται θεσμική στήριξη. Χρειάζονται χρήματα, υποδομές, χώροι, εξοπλισμός και συνεργασία με την αυτοδιοίκηση. Κανένας σύλλογος δεν επιβιώνει με αέρα κοπανιστό.
Η θεσμική στήριξη, όμως, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την πολιτική εξάρτηση.
Η πρόσκληση των επισήμων είναι θεμιτή και συχνά αναγκαία, αλλά η γραμμή που δεν πρέπει να ξεπερνιέται βρίσκεται εκεί όπου η στήριξη αρχίζει να επιζητά ως αντάλλαγμα την πολιτική συναίνεση.
Ο πολιτιστικός σύλλογος έχει αξία όταν μπορεί να πει και «όχι». Όταν μπορεί να υπερασπιστεί τα έρημα χωριά, έναν δημόσιο χώρο, μια ανάγκη που αγνοήθηκε.
Εκεί ακριβώς δοκιμάζεται η ανεξαρτησία.
Γιατί ένας σύλλογος που δεν μπορεί να ασκήσει κριτική στην εκάστοτε εξουσία, αργά ή γρήγορα παύει να είναι ανεξάρτητος φορέας της κοινωνίας. Απλώς υπάρχει για να χειροκροτεί, αλλά ξεχνά να μιλά.
Και το πρόβλημα δεν είναι το σουβλάκι ούτε η μπύρα. Ούτε το γλέντι, ούτε η ανάγκη των ανθρώπων να γελάσουν και να περάσουν καλά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γιορτή γίνεται υποκατάστατο του πολιτισμού και η κοινωνική συνεύρεση μετατρέπεται σε ντεκόρ πολιτικής συνδιαλλαγής.
Προφανώς κανείς δεν υποχρεώνει κανέναν να χειροκροτήσει. Δημιουργείται, όμως, ένα περιβάλλον όπου «για το καλό του τόπου» το χειροκρότημα μοιάζει αυτονόητη υποχρέωση και η απουσία του εκλαμβάνεται ως εχθρική διαφωνία.
Εδώ βρίσκεται και η πιο ύπουλη πλευρά της πολιτικής εργαλειοποίησης του πολιτισμού.
Ο πολίτης δεν καλείται να συμμετάσχει· καλείται να παρακολουθήσει. Δεν καλείται να σκεφτεί τι χρειάζεται ο τόπος του· καλείται να καταναλώσει ένα έτοιμο αφήγημα για το πόσο καλά θα πάνε τα πράγματα, με το γνώριμο «κατόπιν ενεργειών μου», θυμίζοντας πρακτικές παλαιοκομματικού τύπου.
Και κάπως έτσι η γιορτή, που θα έπρεπε να είναι η έκφραση μιας ζωντανής παράδοσης, κινδυνεύει να γίνει η σκηνοθεσία μιας εφήμερης ψευδαίσθησης.
Όμως η κοινότητα δεν υπάρχει επειδή όλοι συμφωνούν. Υπάρχει επειδή οι άνθρωποι μπορούν να διαφωνήσουν και, παρ’ όλα αυτά, να εξακολουθήσουν να συνυπάρχουν.
Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο διασκέδαση. Είναι μνήμη, δημιουργία, αμφισβήτηση, αναζήτηση. Είναι η δυνατότητα μιας κοινωνίας να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και να μην συμφωνεί πάντα με όσα βλέπει. Και, όταν χρειάζεται, είναι και ρήξη – όχι ρήξη για τη ρήξη, αλλά η δυνατότητα να πεις «όχι» εκεί όπου η εξουσία περιμένει ένα χειροκρότημα.
Γιατί το «όχι» απέναντι στο χειραγωγήσιμο χειροκρότημα δεν είναι απολίτικο. Είναι η καθαρή ματιά που αρνείται την ψεύτικη συναίνεση. Είναι η δυνατότητα μιας κοινότητας να υπερασπιστεί την αυτονομία της, ακόμη και όταν αυτό σημαίνει ότι θα σταθεί απέναντι σε εκείνον που έχει στηρίξει.
Το πραγματικό στοίχημα, τελικά, δεν είναι αν έχουμε γιορτές.
Γιορτές θα έχουμε.
Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει μέσα σε αυτές.
Αν η πλατεία του χωριού θα παραμείνει χώρος συνάντησης, μνήμης, δημιουργίας και κοινής έκφρασης ή θα μετατραπεί σε ένα ακόμη βήμα πολιτικού λαϊκισμού και υποκρισίας.
Αν ο πολιτιστικός σύλλογος θα συνεχίσει να μιλάει από τη θέση της κοινωνίας ή θα περιοριστεί στο να φωτογραφίζεται δίπλα στον επίσημο προσκεκλημένο.
Και αν, όταν το χειροκρότημα θεωρείται αυτονόητο, θα βρεθούν άνθρωποι να σταθούν κόντρα στο ρεύμα και να πουν αυτό που ίσως κανείς δεν θέλει να ακούσει.
Την αλήθεια, ρε…
