Με θεσμικό «Βατερλό» και δικηγορίστικες ντρίμπλες πέταξαν την μπάλα στην κερκίδα για την απώλεια του πάρκινγκ στην Πικραγκουριά
Μετά το κακόγουστο Muppet Show στο Μουσείο Περιβάλλοντος Στυμφαλίας, η χθεσινή ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας της δημοτικής αρχής του δήμου Σικυωνίων σφραγίστηκε από μια νέα θεσμική εκτροπή. Η πολιτική παρελκυστική τακτική που ακολούθησε το δίδυμο Σταματόπουλου – Σκαρμούτσου στη συζήτηση για την απώλεια του κρίσιμου κοινόχρηστου χώρου στη δυτική είσοδο του δήμου, στην Πικραγκουριά, επιβεβαιώνει με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο τα φαινόμενα πολιτικής σήψης. Χωρίς ίχνος σύνεσης, άφησαν να χαθεί ένας χώρος που επί σειρά ετών λειτουργούσε ως ζωτικό πάρκινγκ για κατοίκους, επισκέπτες και τοπικές επιχειρήσεις.
Το θέμα έθεσε με αμείλικτα και συγκεκριμένα ερωτήματα η δημοτική σύμβουλος της αντιπολίτευσης, Ελεάνα Κοτσίρη. Καθ’ ύλην ερωτώμενοι ήσαν ο Δήμαρχος και ο Αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων, οι οποίοι όφειλαν εκ του νόμου (ν. 5056/2023) να λογοδοτήσουν οι ίδιοι. Προφανώς η ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας είναι πολιτική διαδικασία και όχι δικαστήριο να απαντήσουν «διά πληρεξουσίου» δικηγόρου, ούτε βέβαια να επικαλεστούν το δικαίωμα της σιωπής, καθώς δεν ήσαν κατηγορούμενοι.
Με ποια πολιτική λογική, λοιπόν, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου,όντας και δικηγόρος , υποδύθηκε τον ρόλο του «συνηγόρου υπεράσπισης» των ερωτώμενων;
Δεν αντιλήφθηκε οτι με αυτό τον τρόπο, ακύρωσε ουσιαστικά τον θεσμικό του ρόλο, κατά παράβαση του νόμου και του Κανονισμού Λειτουργίας του Δημοτικού Συμβουλίου;
Οι ερωτήσεις της κας Κοτσίρη δεν ήταν απλώς «ποιο είναι το ιδιοκτησιακό καθεστώς», αλλά περιλάμβαναν σαφή πολιτικά ερωτήματα:
- Ποιες είναι οι άμεσες ενέργειες της δημοτικής αρχής μετά την ξαφνική περίφραξη του οικοπέδου;
- Υπήρξε διαπραγμάτευση με τον ιδιώτη;
- Ποιος είναι ο άμεσος σχεδιασμός για τις θέσεις στάθμευσης που χάθηκαν;
- Υπήρξε στα 16 χρόνια δημαρχιακής θητείας του κ. Σταματόπουλου σχέδιο ανάπλασης;
Σε αυτά τα ερωτήματα, ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου εκ της θεσμικής του ιδιότητας δεν μπορεί να δεσμευτεί εκ μέρους της δημοτικής αρχής. Ο κ. Σκαρμούτσος, και με τη διττή ιδιότητά του , γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η οποιαδήποτε απάντηση έδωσε στην κα Κοτσίρη στερείται παντελώς θεσμικής εγκυρότητας. Συνειδητά όμως, λειτουργώντας ως πολιτικό αμορτισέρ του δημάρχου και «αλεξικέραυνο» του καθ’ ύλην αντιδημάρχου , λειτούργησε ως συνολική «ασπίδα» της δημοτικής αρχής, στερώντας από την αντιπολίτευση και τους πολίτες τη δυνατότητα να λάβουν επίσημη απάντηση από τους πολιτικά υπεύθυνους.
Επικαλούμενος μια αναγκαστική απαλλοτρίωση από το μακρινό 1967 της Χούντας και μιλώντας γενικόλογα για «ένδικες ενέργειες», έστησε ένα νομικό προπέτασμα καπνού μπροστά από τις ευθύνες μιας δημοτικής αρχής που επί 16 συναπτά έτη έχει τα κλειδιά του δήμου. Στόχος σαφής: να θολώσει τα νερά, να αποπροσανατολίσει το σώμα με την αυθεντία του «χρήσιμου ηλίθιου» και να προστατεύσει τον κουρασμένο Σταματόπουλο από την πολιτική πίεση της αντιπολίτευσης.
Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η αυθόρμητη ομολογία ότι με απόφαση Δημάρχου έχει ανατεθεί σε εξωτερικό δικηγόρο να χειριστεί αποκλειστικά τη συγκεκριμένη υπόθεση . Απέφυγε, ωστόσο, να παρουσιάσει ένα επίσημο ενημερωτικό σημείωμα του συναδέλφου του νομικού . Με δικηγορίστικες ντρίμπλες, περιοριζόμενος σε πιθανολογικές εκτιμήσεις του τύπου «αν κερδίσουμε το δικαστήριο θα κάνουμε αυτό, αν το χάσουμε εκείνο», ουσιαστικά επικαλέστηκε το δικαίωμα της σιωπής… γιατί ο Δήμος έχασε έναν κρίσιμο χώρο στάθμευσης στη δυτική του είσοδο.
Την ίδια ώρα, το συμπέρασμα που βγήκε απο τα υπόλοιπα θέματα της λογοδοσίας ήταν οτι τα έργα στην κεντρική πλατεία Ελευθερίας καρκινοβατούν, το στάδιο «ολυμπιακών προδιαγραφών» ξέμεινε από προδιαγραφές λειτουργίας, η δημιουργία υποδομών υγιεινής στη λίμνη Δόξα επαφίεται στον ηγούμενο της μονής Αγίου Γεωργίου, και την αξιοποίηση του κτιρίου του πρώην Β΄ Παιδικού Σταθμού την έχουν δώσει τάμα στον …θεό Ήφαιστο!
Συνειρμικά, λοιπόν, επειδή η χθεσινή λογοδοσία συνέπεσε και με την επέτειο θανάτου του Νίκου Γκάτσου , οι στίχοι του κορυφαίου ποιητή γίνονται επίκαιροι όσο ποτέ στο Δήμο μας: «Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι; Πότε θα ‘ρθούνε καινούργιοι άνθρωποι να συνοδεύσουνε την βλακεία στην τελευταία της κατοικία;»

