Αγγλικό ποδόσφαιρο εναντίον σοβιετικού αθλητισμού – Ένα φιλικό τουρνουά στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου

Αγγλικό ποδόσφαιρο εναντίον σοβιετικού αθλητισμού –  Ένα φιλικό τουρνουά στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου

Το φθινόπωρο του 1945 μια ασυνήθιστη πρόσκληση έφτασε στη Μόσχα. Η αγγλική ποδοσφαιρική ομοσπονδία (FA) καλούσε την καλύτερη τότε σοβιετική ομάδα, τη Δυναμό Μόσχας, να κάνει μια περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία και να δώσει φιλικά ματς με επιλεγμένες ομάδες του νησιού. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε παίξει σοβιετική ομάδα, σύλλογος ή “εθνική”, με αγγλική ομάδα, σε φιλικό ή επίσημο αγώνα, άλλωστε η Σοβιετική Ένωση ήταν αποκλεισμένη προπολεμικά από διεθνείς διοργανώσεις. Το επίπεδο του σοβιετικού ποδοσφαίρου-και γενικά του αθλητισμού-ήταν παντελώς άγνωστο στους Δυτικούς.

Η αφίσσα της ιστορικής αναμέτρησης

Ο σοβιετικός αθλητισμός είχε κάνει τεράστια βήματα προόδου, ειδικά την περίοδο των δυο πενταετών πλάνων (1928-1937). Τότε κατασκευάστηκαν όλες σχεδόν οι προπολεμικές αθλητικές εγκαταστάσεις που θα αποτελούσαν τη βάση για τον μαζικό λαϊκό αθλητισμό που οραματίζονταν οι μπολσεβίκοι. Πριν την Επανάσταση ο αθλητισμός σαν έννοια και σαν πρακτική αφορούσε αποκλειστικά την ελίτ, ήταν δηλαδή ένα προνόμιο που μόνο αυτή διέθετε. Ήδη από πολύ νωρίς, πριν καλά καλά τελειώσει ο εμφύλιος πόλεμος, τέθηκαν οι κατευθύνσεις γύρω από το θέμα και οι ανάγκες για τη νέα σοβιετική κοινωνία. Στο ΙΙΙ συνέδριο της Κομσομόλ (Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας) τον Οκτώβρη του 1920 υπερψηφίστηκε η εισήγηση “Για την Λαϊκή Πολιτοφυλακή και την Σωματική Καλλιέργεια της Νεολαίας” που έλεγε ότι «η σωματική καλλιέργεια της νέας γενιάς είναι ένα απαραίτητο στοιχείο στη συνολική κομμουνιστική ανατροφή των νέων, η οποία σκοπεύει να δημιουργήσει αρμονικά αναπτυγμένους ανθρώπους, ένα δημιουργικό πολίτη της κομμουνιστικής κοινωνίας […] και εξυπηρετεί επιπλέον και στην επίτευξη άμεσων πρακτικών αναγκών, δηλαδή την εκπαίδευση των νέων για την μελλοντική εργασία και την προετοιμασία του λαού για την ένοπλη υπεράσπιση της εξουσίας των Σοβιέτ». Παντού άρχισαν να ιδρύονται αθλητικοί σύλλογοι. Ανάλογες αποφάσεις πήραν και τα Σοβιέτ για την ψυχαγωγία και ανάπλαση των εργατών.

Το κόμμα των μπολσεβίκων το 1925 κεντρικά καθόρισε την πολιτική του στον αθλητισμό σε τρεις άξονες: Καταρχήν, την πολιτική και ιδεολογική καθοδήγηση του αθλητισμού, με σκοπό αυτός να μην αποκοπεί από τα συνδικάτα και τις πολιτικές οργανώσεις, δηλαδή αποφυγή του επαγγελματισμού, κάτι που συνέβη τις δυο-τρεις τελευταίες δεκαετίες της ΕΣΣΔ, όπου εκδηλώθηκαν και οι παθογένειες αυτού (πχ ντοπάρισμα). Στη συνέχεια, την ριζική αναδημιουργία της αθλητικής δραστηριότητας με τη διάλυση των ανεξάρτητων και άλλων ομάδων που δεν είχαν αναφορές στους φορείς της επανάστασης (συνδικάτα, οργανώσεις νεολαίας κλπ), δηλαδή των προεπαναστατικών κλαμπ και συλλόγων, και τέλος την καθολική συμμετοχή στις αθλητικές δραστηριότητες και την άμιλλα, που θα μετέτρεπε τον αθλητισμό σε ένα μαζικό κίνημα εργατών και αγροτών μαζί, κοριτσιών και αγοριών, όλων ανεξαιρέτως των σοβιετικών εθνοτήτων, μια αντανάκλαση της εργατοαγροτικής συμμαχίας που επιδίωκε να θεμελιώσει το κόμμα. Η συζήτηση για τη νέα κοινωνία κατέληξε ότι ο αθλητισμός δεν θα έμπαινε ξεκομμένα και αυτόνομα από τις άλλες πιο επείγουσες κατευθύνσεις που είχαν σχέση με τον πολιτισμό, για παράδειγμα την εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού, αλλά ταυτόχρονα και ισότιμα. Η πολιτική αυτή εκτόξευσε τη συμμετοχή των πολιτών στα αθλητικά δρώμενα. Όπως αποτυπώθηκε σε φωτογραφίες και κινηματογραφικά επίκαιρα με επιδείξεις στις πλατείες και στα στάδια, θα έλεγε κανείς ότι επικράτησε μια φρενίτιδα για τον αθλητισμό. Ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για εκατομμύρια νέους. Πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική εικόνα της περιόδου μέχρι και το 1950 ήταν πολύ διαφορετική από την μετέπειτα εικόνα φθοράς, αποτέλεσμα της πολιτικής αλλαγής του ΧΧ συνεδρίου του ΚΚΣΕ το 1956 που είχε την αντανάκλαση και στον αθλητισμό. Στην πρώτη περίοδο μια νέα για την ιστορία της ανθρωπότητας κοινωνία αναπτυσσόταν με διαβολεμένους ρυθμούς (με ορισμένα λιγότερο ή περισσότερο καθοριστικά-τελικά-«στραβοπατήματα») και στην δεύτερη η ίδια, αλλά πλέον μεταλλαγμένη, κοινωνία αργοπέθαινε. Φρενίτιδα επικρατούσε γενικά, με άλλα λόγια.

Οι σοβιετικοί δεν δείχνανε κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στο ένα ή στο άλλο σπορ. Και μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991 κανένα από αυτά δεν έδειξε “υπερτροφισμό”, όπως συνέβαινε στη Δύση. Στις αφίσσες-καλέσματά τους παριστάνονταν δρομείς, γυμναστές, ποδοσφαιριστές, σκοπευτές, αεροπόροι (!), ήταν δηλαδή ανοιχτοί στα καινούργια αθλήματα. Λόγου χάρη, γρήγορα εξαπλώθηκε (προσωρινά και υποτυπωδώς- ποτέ δεν απέκτησε ουσιαστική απήχηση) ακόμα και το μπέιζμπωλ, ένα παράξενο άθλημα, το οποίο δίδαξαν στους γεμάτους περιέργεια ρώσσους συναδέλφους τους οι αμερικάνοι μετανάστες στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του ’30. Τα σπορ διαδίδονταν πάντα σε ερασιτεχνική βάση και παρέμεναν πάντα συνδεδεμένα με τους εργασιακούς χώρους. Οι Λοκομοτίβ των διαφόρων πόλεων συνδέονταν με το συνδικάτο σιδηροδρομικών, οι Τορπέντο και η Ζενίτ Λένινγκραντ ήταν σωματεία εργοστασίων (αυτοκινήτων και μεταλλουργίας αντίστοιχα), ιδρύθηκαν οι διάφορες Μέταλλιστ κλπ. Οι πασίγνωστες Τσε-Σε-Κά και Δυναμό δεν αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένους εργασιακούς χώρους (όπως και οι Σπαρτάκ), αν και ξεκίνησαν σαν τέτοιες. Ουσιαστικά ήταν μεγάλα αθλητικά σωματεία σε διάφορες πόλεις υπό την διεύθυνση και χρηματοδότηση του Ερυθρού Στρατού και της Γκε-Πε-Ού (πολιτική αστυνομία) αντίστοιχα. Η πρώτη Δυναμό, αυτή που έπαιξε στην Αγγλία, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του επικεφαλής της Γκε-Πε-Ού Φελίξ Ντζερζίνσκυ το 1923 με σκοπό τη σωματική βελτίωση των μελών της υπηρεσίας και το όνομα προτάθηκε από το γνωστό συγγραφέα Μαξίμ Γκόρκυ επειδή συμβόλιζε “την ενέργεια, την κίνηση και τη δύναμη”.

Ο αγώνας επίδειξης στην Ερυθρά Πλατεία το 1936

Η πενταετία 1936-1941 ήταν η περίοδος που γνώρισε αλματώδη ανάπτυξη το ποδόσφαιρο. Μπορεί οι βασικές (μέχρι σήμερα) ομάδες να είχαν ιδρυθεί τη δεκαετία του ’20 και το ενδιαφέρον αρχιτεκτονικά γήπεδο της Δυναμό Μόσχας να κατασκευάστηκε το 1928 [1], όμως το 1936 όλες οι μεγάλες πόλεις των σοβιετικών δημοκρατιών συγκρότησαν τους αντίστοιχους συλλόγους και οργανώθηκε το πρώτο πρωτάθλημα. Οι εγκαταστάσεις πλέον υπήρχαν.
Ένας αστικός μύθος λέει ότι το ποδόσφαιρο πήρε τα πάνω του όταν ο Στάλιν και άλλα στελέχη του μπολσεβίκικου κόμματος παρακολούθησαν έναν αγώνα επίδειξης, την σοβιετική Μέρα Αθλητισμού (6 Ιούλη 1936) μεταξύ δυο ομάδων της Σπαρτάκ Μόσχας στη στρωμένη για τον σκοπό αυτό με χώμα Ερυθρά Πλατεία και εντυπωσιάστηκαν από την χάρη του παιχνιδιού. Ήταν λέει το ένα και μοναδικό ματς που παρακολούθησε στη ζωή του ο Στάλιν [2]. Οι βάσεις όμως, θεωρητικά και υλικά, είχαν τεθεί πολλά χρόνια πριν. Φυσικά, όλα ίσως τα ποδοσφαιρικά γήπεδα είχαν και στίβο, κανένα δεν είχε εξειδικευμένη χρήση. Το ποδόσφαιρο ουσιαστικά ήταν ένα από τα σπορ που μπορούσε να αθληθεί η νεολαία.

Στην Αγγλία, αντιθέτως, το ποδόσφαιρο ήταν και παραμένει η βιτρίνα του αγγλικού αθλητισμού. Άλλωστε το ποδόσφαιρο επινοήθηκε εκεί και δεν είναι τυχαία η ύπαρξη πολλών ομάδων παγκοσμίως που διατηρούν αγγλικό όνομα (Σπόρτινγκ Κλαμπ, Αθλέτικ Κλαμπ, Ρίβερ Πλέητ κλπ), αφού από τις αγγλικές επιχειρηματικές αποστολές διαδόθηκε το άθλημα σε όλον τον κόσμο, ορισμένες μάλιστα γνωστές σήμερα ομάδες ιδρύθηκαν κιόλας από εγγλέζους εμπόρους. Όπου υπάρχει νησί ή λιμάνι καταφθάνει ο εγγλέζος έμπορος ή τεχνικός ή ναυτικός ή εργάτης και στον ελεύθερό του χρόνο στήνει δυο ζευγάρια τηλεγραφικούς στύλους και αρχίζει την μπάλα. Και στη συνέχεια η μπάλα προχωράει στην ενδοχώρα: οι μηχανικοί στις μεταλλευτικές επιχειρήσεις, στην κατασκευή σιδηροδρόμων, γεωτρήσεων, νταμαριών, διαδίδουν το άθλημα στο εσωτερικό των ξένων χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνται. Όλοι οι ντόπιοι θεατές ή κατά συνθήκη παίχτες εντυπωσιάζονται με το νέο σπορ και ξεκινούν να ιδρύουν συλλόγους.

Θα έλεγε κανείς ότι το ποδόσφαιρο είναι συνυφασμένο με την καπιταλιστική ανάπτυξη των αρχών του 20ου αιώνα και λίγων δεκαετιών πριν. Φορέας είναι η βικτωριανή Αγγλία, η “αυτοκρατορία στην οποία ο ήλιος δεν δύει ποτέ”, ο κυρίαρχος τότε ιμπεριαλισμός, που μαζί με τις καινοτομίες στη βιομηχανία, τις επιστήμες και το εμπόριο εξάγει και το δικό του αθλητικό προΐόν. Στην Ιταλία λόγου χάρη, η Νάπολι φτιάχτηκε από εγγλέζους το 1905 και λίγο αργότερα οργανώθηκε μεταξύ των ομάδων του ιταλικού νότου το κύπελλο Λίπτον, το οποίο χρηματοδότησε (για εμπορικούς λόγους) ο σερ Τόμας Λίπτον από τα κέρδη που του έδιναν οι φυτείες τσαγιού στην Κεϋλάνη.

Φυσικά, για να εξαπλωθεί ένα σπορ χρειάζεται και μια βασική συνθήκη: τον ελεύθερο χρόνο. Και πράγματι, όλες οι συζητήσεις για τα σπορ την εποχή εκείνη έθεταν το ζήτημα επιτακτικά. Οι εργατικές διεκδικήσεις για το οχτάωρο στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου έδωσαν στους λαούς, αλλού νωρίτερα και αλλού αργότερα, τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθούν και να κάνουν δικό τους ένα παιχνίδι που έμελε να γίνει το δημοφιλέστερο στη Δύση. Η βιομηχανική εργατική τάξη στην Αγγλία μείωσε την εργάσιμη εβδομάδα, τόσο σε ώρες όσο και σε ημέρες, αφήνοντας κενό το Σάββατο. Το Σάββατο λοιπόν επρόκειτο να γίνει η καθιερωμένη μέρα ποδοσφαίρου στη χώρα για δεκαετίες.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι στην Μεγάλη Βρετανία το ποδόσφαιρο ξεκίνησε σαν σπορ των νεαρών κληρονόμων της μπουρζουαζίας, σύντομα έφυγε από τα πόδια τους και έγινε μια βασική ενασχόληση του ταξικού τους αντιπάλου που-ασυναίσθητα στην αρχή-είδε στον αθλητισμό μια ευκαιρία όχι μόνο για να βελτιώσει τη φυσική του υγεία, και εν μέρει το πνεύμα του, αλλά και για να ξεφύγει από την μιζέρια της αλλοτριωμένης εργασίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Στην αρχή οι συνδικαλιστικές ενώσεις είδαν με μια καχυποψία το ποδόσφαιρο, ακριβώς λόγω της καταγωγής του, οι αντιστάσεις όμως κάμφτηκαν εκ των πραγμάτων. Το ματς που λέχθηκε ότι σηματοδότησε την αλλαγή σκυτάλης ήταν αυτό μεταξύ της Ολντ Ητόνιανς και του Λάνκασάιρ για το Κύπελλο Αγγλίας του 1878. Η πρώτη αποτελούνταν από αριστοκράτες, πρώην μαθητές του κολλεγίου Ήτον, και η δεύτερη ως επί το πλείστον από εργάτες. Και οι εργάτες κέρδισαν.

Με την πάροδο του χρόνου ιδρύονταν διάφορες ομάδες, πολλές εκ των οποίων από εργάτες. Η Άρσεναλ, η Γουέστ Χαμ δημιουργήθηκαν από εργάτες, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ από σιδηροδρομικούς, η Κόβεντρυ από εργαζόμενους σε εργοστάσιο ποδηλάτων κλπ. Όμως η Μεγάλη Βρετανία ήταν μια καπιταλιστική χώρα, ο αθλητισμός δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία που ακολούθησε-έστω τις πρώτες δεκαετίες-στη Σοβιετική Ένωση. Μπορεί οι πιο απογοητευμένοι από την τροπή που πήρε η εξάπλωση του ποδοσφαίρου να στράφηκαν στο ράγκμπυ, σαν υποκατάστατο, οι περισσότεροι όμως αστοί είδαν μια ευκαιρία κέρδους και ελέγχου απ’ αυτήν την εξέλιξη. Είδαν στο ποδόσφαιρο μια κοσμική θρησκεία της εργατικής τάξης, όπως την περιέγραψε αργότερα ο Χομπσμπάουμ, και έσπευσαν να βγάλουν κέρδη. Οικονομικά και πολιτικά. Εισήγαγαν εμπορικά κριτήρια στο άθλημα, και για τους αθλούμενους και για τους θεατές. Άρχισε το ποδόσφαιρο να γίνεται ένα αθλητικό θέαμα με δομή καπιταλιστική (εργοδότης-εργαζόμενος-πελάτης), δηλαδή να ξεφεύγει από τη φιλοσοφία του αθλητισμού-κοινωνικού αγαθού που έχει σκοπό τη βελτίωση του ανθρώπου. Ο αποκλεισμός των πολλών είχε ξεκινήσει μόνο που δεν φαινόταν ακόμα! Η αρνητική αυτή εξέλιξη αυτή ήταν βέβαια αναπόφευκτη.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο το αγγλικό πρωτάθλημα είχε γίνει επαγγελματικό . Υπήρχαν μεταγραφές, δηλαδή αγοραπωλησίες παικτών, έναντι-πολλές φορές σκανδαλώδους-χρηματικού αντιτίμου, πολλοί ποδοσφαιριστές ήταν αμοιβόμενοι αποκλειστικά από τις ομάδες τους, εξαπλώθηκε το στοίχημα, και κατασκευάζονταν ιδιωτικά γήπεδα χωρίς στίβο με τεράστια χωρητικότητα, ειδικά για το ποδόσφαιρο. Το “Σταμφορντ Μπρίτζ”, το “Γουάιτ Χαρτ Λέην”, το “Άιμπροξ”, στα οποία έπαιξε φιλοξενούμενη η Δυναμό, ήταν μεγαλύτερα σε χωρητικότητα από οποιοδήποτε τότε στάδιο της ΕΣΣΔ.

Η αγγλική κοινή γνώμη διαμορφώθηκε στην πεποίθηση ότι το ποδόσφαιρο στη Μεγάλη Βρετανία ήταν πρωτοπόρο στον κόσμο. Παραβαλλόμενο όμως πάντα με το ποδόσφαιρο άλλων χωρών που είχαν την ίδια νοοτροπία με αυτούς και όχι με εκείνους που ανέπτυσσαν τον αθλητισμό σε μια εντελώς διαφορετική βάση. Ποτέ δεν είχε γίνει άλλωστε τέτοια σύγκριση, ούτε καν βάσει αποτελεσμάτων αγώνων μεταξύ άγγλων και σοβιετικών γιατί τέτοιοι δεν υπήρχαν. Η ευκαιρία δόθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν το κλίμα και οι σχέσεις μεταξύ των δυο κρατών προσωρινά άλλαξαν και ο εγγλέζικος λαός, ό,τι και να του παρουσίαζε ο αγγλικός Τύπος, ενδιαφερόταν περισσότερο από ποτέ να γνωρίσει αυτούς που διέλυσαν σχεδόν μόνοι τους το ναζι-φασισμό. Ο θαυμασμός θα εκδηλωνόταν έμπρακτα όταν η Δυναμό κατέφθασε στην Αγγλία. Οικογένειες στέλνανε γράμματα στη σοβιετική πρεσβεία στο Λονδίνο ζητώντας να φιλοξενήσουν αυτοί στα σπίτια τους τα μέλη της Δυναμό και στους αγώνες που παίχτηκαν πολλοί θεατές όχι απλά χειροκροτούσαν αλλά και πανηγύριζαν κιόλας τα γκολ των σοβιετικών!

Το γεγονός που συζητήθηκε και κίνησε την περιέργεια των παραγόντων της αγγλικής ομοσπονδίας για το σοβιετικό ποδόσφαιρο ήταν ένας φιλικός αγώνας που οργάνωσαν πρόχειρα τα συμμαχικά στρατεύματα κατοχής στη Γερμανία. Τον Οκτώβρη του 1945 μια μικτή ομάδα του Ερυθρού Στρατού νίκησε σε φιλικό αγώνα με 2-0 την αντίστοιχη του βρετανικού, και μια βδομάδα μετά και την αντίστοιχη γαλλική με το ίδιο πάλι σκορ. “Τι συμβαίνει εδώ;” αναρωτήθηκαν οι εγγλέζοι. Κάτι η κοινή γνώμη που ήθελε να τους γνωρίσει, ίσως και η φοβία να αναμετρηθούν σε σοβιετικό έδαφος, ώθησαν την αγγλική ομοσπονδία να στείλει πρόσκληση στην καλύτερη σοβιετική ομάδα για μια σειρά φιλικών αναμετρήσεων επί αγγλικού εδάφους. Οι σοβιετικοί που βλέπανε ότι μια τέτοια κίνηση μόνο οφέλη θα μπορούσε να δώσει και για τους ίδιους, αλλά και στη συνέχιση του καλού κλίματος που οικοδόμησε η συμμαχία κατά τον πόλεμο, δέχτηκαν.

Έθεσαν όμως κάποιους όρους: Μεταξύ των αντιπάλων τους θα ήταν και η Άρσεναλ, η καλύτερη τότε ομάδα του αγγλικού πρωταθλήματος (ο προπονητής της Δυναμό δήλωσε: “το να πάμε στο Λονδίνο και να μην παίξουμε με την Άρσεναλ είναι σαν να πάμε στο Κάιρο και να μην επισκεφτούμε τις πυραμίδες”), να μπορούν να κάνουν αλλαγές παιχτών κατά τη διάρκεια του αγώνα (οι εγγλέζοι δεν το εφάρμοζαν ακόμα), να τρώνε στη πρεσβεία σοβιετική κουζίνα στην οποία ήταν συνηθισμένοι, να πάρουν εισιτήρια για σοβιετικούς πολίτες που ζούσαν στην Αγγλία κ.α. Οι εγγλέζοι δέχτηκαν και τις δεκατέσσερις προτάσεις εκτός από δυο: να μην γίνονται απαραίτητα Σάββατο τα ματς και να μην γίνεται απαραίτητα ένα ματς την εβδομάδα. Κάπου υποχώρησε ο ένας, κάπου υποχώρησε ο άλλος και στις 1 Νοέμβρη του 1945 προσγειωνόταν το δικινητήριο “Λισούνοφ” της Αεροφλότ στο αεροδρόμιο του Λονδίνου με την σοβιετική αποστολή, ενισχυμένη προσωρινά, για τις ανάγκες της περιοδείας, με τον στράικερ της Τσε-σε-κά Μόσχας και πρώτο σκόρερ του πρωταθλήματος Σέβα Μπομπρόφ και δυο παίχτες της Δυναμό Λένινγκραντ.

Πριν από το πρώτο ματς με την Τσέλσυ, ο προπονητής της Δυναμό Γιακούσιν έστειλε τους παίχτες να παρακολουθήσουν την αναμέτρηση Τσέλσυ-Μπέρμινγχαμ που γινόταν στις 5 Νοέμβρη και να του αναλύσουν τους αντιπάλους. Αυτοί ανέφεραν ότι η Τσέλσυ έχει παίχτες με πολύ ψηλή ατομική κατάρτιση και παίζουν πιεστικό ποδόσφαιρο. Απ’ την άλλη όμως ήταν πολύ προσκολλημένοι στην αρχική διάταξη, η ταχύτητα του παιχνιδιού τους έπεφτε με την πάροδο του χρόνου και υπήρχε μεγάλη ανομοιογένεια ανάμεσα στους παίχτες. Όταν τελείωσαν οι αναλύσεις, ο Γιακούσιν είπε στους ποδοσφαιριστές του: «Και τώρα αγαπητοί σύντροφοι καλώ τον καθένα από εσάς να φτιάξει ένα πλάνο τακτικής για τον αγώνα και να μου το παραδώσει γραπτώς σε ακριβώς δυο μέρες από τώρα».

Με την παραπάνω κίνηση οι ρώσσοι παίχτες όχι μόνο κατανόησαν τα τρωτά σημεία του αντιπάλου, αλλά και απελευθερώθηκαν απ’ την ψυχολογική πίεση που ασκούσε η φήμη των ασυναγώνιστων αγγλικών ομάδων. Φάνηκε επίσης η συλλογική συνεργατική σκέψη που επικρατούσε στη σοβιετική ομάδα, η οποία ήταν αδιανόητη στις βρετανικές ομάδες που ακολουθούσαν μια στενή ιεραρχική δομή. Και για να αποφορτιστεί στη συνέχεια το κλίμα, μετά τις προπονήσεις στο γήπεδο των κυνοδρομιών, ο προπονητής οργάνωσε με τη βοήθεια της πρεσβείας επισκέψεις στο Λονδίνο, σε πάρκα, θέατρα κλπ, χωρίς να ανησυχεί ότι όλα αυτά ενδεχομένως να κουράσουν τους παίχτες.

Μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και πολλές φορές απαξίωσης, “μην περιμένουμε πολλά από μια παρέα εργατών κόντρα στους επαγγελματίες παίχτες μας” έγραψε η Ντέιλυ Εξπρέςς των τεσσάρων εκατομμυρίων φύλλων κυκλοφορίας, ξεκίνησε ο πρώτος αγώνας, Τσέλσυ-Δυναμό, στο “Σταμφορντ Μπριτζ” το απόγευμα της Τρίτης 13ης Νοέμβρη του 1945. Θεωρητικά το γήπεδο χωρούσε εβδομηντα πέντε χιλιάδες φιλάθλους. Μπήκαν-σύμφωνα με υπολογισμούς-εκατό με εκατόν είκοσι χιλιάδες, γιατί κανείς δεν ήθελε να χάσει το ιστορικό ματς! Τα εισιτήρια πουλιόταν δέκα φορές πάνω από την ονομαστική τιμή, έγιναν “ντου” και συμπλοκές έξω από το γήπεδο, οι ταράτσες γέμισαν και μάλιστα η αστυνομία υπολόγισε ότι κάπου δεκα χιλιάδες φίλαθλοι που είχαν αγοράσει εισιτήριο έμειναν τελικά έξω!

Η είσοδος της Δυναμό στο γήπεδο

Η Τσέλσυ έκανε και αυτή μεταγραφές της τελευταίας στιγμής, κανονικές μεταγραφές: τον κορυφαίο στράικερ Τόμμυ Λόουτον για το ποσό-ρεκόρ των 11.500 λιρών, και τους Λεν Γκούλντεν και Τζόννυ Χάρις. Οι σοβιετικοί παίχτες μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο κρατώντας ανθοδέσμες για τους αντιπάλους τους και παράγοντες του Εργατικού Κόμματος τους χαιρέτησαν με χειραψία καλωσορίζοντάς τους. Το παιχνίδι ξεκίνησε και η Τσέλσυ μπήκε δυνατά, παίζοντας ακριβώς όπως είχαν προβλέψει οι παίχτες της Δυναμό στις αναφορές τους, σκοράροντας δυο γκολ πριν το ημίχρονο. Η απόδοσή τους έπεφτε συνεχώς και οι σοβιετικοί, έχοντας χάσει πέναλτυ και βλέποντας ένα γκολ να τους ακυρώνεται, είκοσι λεπτά πριν τη λήξη του αγώνα ισοφάρισαν. Η κυριαρχία τους στο γήπεδο ήταν ολική παίζοντας το πρωτοποριακό σύστημα 4-2-4, δυο δεκαετίες πριν καθιερωθεί διεθνώς από τη Βραζιλία, με παίχτες που πρεσάρανε, αλλάζοντας γρήγορα πάσες και θέσεις. Πολλά χρόνια μετά, αναλυτές του ποδοσφαίρου γράψανε ότι ήταν το παιχνίδι που έπαιζε ο Άγιαξ τη δεκαετία του ’70. Οι εγγλέζοι ποδοσφαιριστές είχαν πάθει σοκ, όμως, κόντρα στη ροή του αγώνα, ο Λόουτον σημείωσε τρίτο γκολ για την Τσέλσυ, για να ακολουθήσει αμέσως η ισοφάριση από τον Μπομπρόφ, μέσα σε αποθέωση από τους εγγλέζους φιλάθλους. Κανείς, εκτός των παικτών, δεν διαμαρτυρήθηκε για τη θέση οφσάιντ του επιθετικού της Δυναμό. Με το σφύριγμα της λήξης, οι οπαδοί μπήκαν μέσα και σήκωσαν στον αέρα τη σοβιετική ομάδα. Πολλοί είπαν ότι ήταν το καλύτερο παιχνίδι που είχαν δει μέχρι τότε σε αγγλικό έδαφος. Ο Τόμμυ Λόουτον ιπποτικά δήλωσε για τους αντιπάλους μετά το ματς: «Εξαιρετικό ομαδικό παιχνίδι, ταχύτητα και έλεγχος της μπάλας. Για να είμαι ειλικρινής, αν οι Ρώσσοι ήταν προσεκτικοί στην τελική προσπάθεια θα ήταν μπροστά με 4 γκολ διαφορά».

Στη συνέχεια η σοβιετική ομάδα περιόδευσε στην Ουαλλία, όπου κέρδισε με 10-1 (!) την Κάρντιφφ Σίτυ, η οποία όμως ήταν ομάδα τρίτης κατηγορίας, μετά ταξίδεψε στην Σκωτία, όπου έφερε ισοπαλία 2-2 με την ισχυρή Γκλάσγκοου Ρέηντζερς και το κερασάκι στην τούρτα ήταν η νίκη με 3-4 επί της ασυναγώνιστης στην Αγγλία Άρσεναλ. Οι παίχτες και το τεχνικό επιτελείο της Δυναμό γνώρισαν υποδοχή ηρώων πίσω στη Μόσχα. Ο λόγος δεν ήταν τόσο ότι η ομάδα γύρισε άηττητη από την περιοδεία της παίζοντας με πανίσχυρες ομάδες, αλλά ότι έσπασαν τον αποκλεισμό και τη διεθνή απομόνωση της χώρας. Πράγματι, τα ματς λάβανε μεγάλη δημοσιότητα στην Ευρώπη, ο σοβιετικός αθλητισμός άρχισε να γίνεται γνωστός σε ευρύτερο κόσμο, γεγονός που λειτουργούσε παραδειγματικά και για τα νεοσύστατα σοσιαλιστικά κράτη της εποχής.

Οι αγγλικός αστικός τύπος δεν μπορούσε να κρύψει το θαυμασμό για τον τρόπο παιχνιδιού της φιλοξενούμενης ομάδας, ούτε την απογοήτευση για τις δικές του ομάδες . Το πιο πολεμικό άρθρο πάντως γράφτηκε από τον Τζώρτζ Όργουελ (“Το αθλητικό πνεύμα”). Ανοίγει το κείμενο λέγοντας ότι η περιοδεία της Δυναμό χειροτέρεψε τις Αγγλοσοβιετικές σχέσεις, συνεχίζει με μια γενική κριτική για την ανταγωνιστικότητα και την αρρωστημένη θέληση για νίκη που έχουν τα σύγχρονα σπορ και καταλήγει προτείνοντας στην αγγλική ομοσπονδία να μην στείλει στην ΕΣΣΔ αγγλική ομάδα για ανταπόδοση, ή αν στείλει, να στείλει κάποια μέτρια, ώστε να μην παρουσιαστεί σαν εκπρόσωπος του αγγλικού ποδοσφαίρου. Η αγωνία του Όργουελ δεν ήταν φυσικά η παρακμή του αθλητικού ιδεώδους, αλλά η συνέχιση της απομόνωσης του “σταλινικού καθεστώτος”. Οι διμερείς σχέσεις όντως χειροτέρεψαν μετά από λίγο καιρό (κάνοντας το χατήρι του Όργουελ), αλλά για λόγους άσχετους με το τουρνουά.

Οι εγγλέζοι ποδοσφαιρόφιλοι προβληματίστηκαν πολύ από την αποτυχία των ομάδων τους και κατά προέκταση του κορυφαίου αγγλικού αθλητικού προϊόντος. Όπως και στην πολιτική, η αυτοκρατορία τους είχε μείνει πολύ πίσω από τις εξελίξεις. Στο Μούντιαλ του 1950 κάνανε μια αναπάντεχη ήττα από τους (άσχετους) αμερικάνους, που όμως αποδόθηκε σε συγκυρίες. Λίγο μετά έφτασε και η ήττα που έδειξε στην αθλητική κοινότητα ότι οι εγγλέζοι παρέδωσαν οριστικά τα σκήπτρα: το “Webley Massacre” ή “Αγώνα του Αιώνα”. Η φοβερή ομάδα της Λ.Δ. Ουγγαρίας του Πούσκας στις 25 Νοέμβρη του 1953 μπροστά σε εκατό χιλιάδες εγγλέζους θεατές στο Γουέμπλευ τσακίζει με 3-6 την Εθνική Αγγλίας.

ΣΟΚ! Λ.Δ.Ουγγαρίας-Αγγλία 7-1

Στον επαναληπτικό τα πράγματα πήγαν χειρότερα για τους Άγγλους: 7-1 ! Η μόνη επιτυχία των τελευταίων ήταν η κατάκτηση του Μούντιαλ του 1966, στην χώρα τους όμως και με τη βοήθεια του σοβιετικού επόπτη Μπαχράμωφ που κατακύρωσε το αμφισβητούμενο γκολ του Χαρστ στον τελικό με τη Δυτική Γερμανία. Οι φλεγματικοί εγγλέζοι αναγνώρισαν έμμεσα την αδικία στέλνοντας του με ευγνωμοσύνη για χρόνια δώρα και λουλούδια και παρέστησαν στην κηδεία του όταν πέθανε. Ένας άλλος αστικός μύθος λοιπόν λέει ότι όταν επίμονα τον ρώτησαν λίγο πριν πεθάνει γιατί μέτρησε το γκολ εις βάρος των Γερμανών, αφού όλοι είδαν ότι δεν μπήκε, αυτός απάντησε μονολεκτικά: «…Στάλινγκραντ».


Ο Τζεφ Χαρστ (δεξιά) αποθέτει λουλούδια στο άγαλμα του Μπαχράμωφ στο Αζερμπαϊτζάν
Google+ Linkedin