Σαν σήμερα το 1948 ολοκληρώνεται το μακελειό της Μακρονήσου

Σαν σήμερα το 1948 ολοκληρώνεται το μακελειό της Μακρονήσου

Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1948, στην κορύφωση του Εμφυλίου πολέμου, διαπράττονταν στη Μακρόνησο ένα από τα πιο φριχτά και αποτρόπαια ομαδικά εγκλήματα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία: η μαζική δολοφονία 350 κομμουνιστών και αριστερών στρατιωτών. Οργανωτής και ένας από τους θύτες, ο τότε υπολοχαγός της ΕΣΑ και αργότερα “αόρατος” δικτάτορας της χούντας, Δημήτριος Ιωαννίδης, ο “μαέστρος της κόλασης” όπως τον χαρακτήρισαν όσοι επέζησαν από εκείνη τη σφαγή.

Στις 29 Φλεβάρη ξεκίνησε το μακελειό της Μακρονήσου, όταν ο λόχος Ασφαλείας του στρατοπέδου άνοιξε πυρ κατά των φαντάρων που διαμαρτύρονταν για τη βίαιη συμπεριφορά των Αλφαμητών έναντι των άρρωστων συντρόφων τους. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών στις 29/2 τα θύματα ήταν 17 νεκροί και 61 τραυματίες, όλοι «επικίνδυνοι κομμουνισταί»…Η εφημερίδα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας «Εξόρμηση», κάνει λόγο για «έγκλημα (που) ξεπερνάει σε αγριότητα και τα χιτλερικά εγκλήματα».

Ωστόσο, την επόμενη μέρα (1/3) πραγματοποιήθηκε νέο δολοφονικό πογκρόμ, ακόμα πιο φρικιαστικό, πιο εξοντωτικό και πιο ανελέητο από το προηγούμενο: Περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού υπό τον συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη και δεσμοφύλακες της Μακρονήσου βάλλουν κατά των κρατουμένων. Κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών!

Ο γιατρός του Α’ τάγματος Λ. Γεωργιλάκος, πολλά χρόνια αργότερα, βεβαίωσε ότι ο ίδιος πιστοποίησε το θάνατο 180 σκαπανέων, τους οποίους η διοίκηση του στρατοπέδου και τα όργανά της φόρτωσαν στο αμπάρι ενός καϊκιού. Ο καπετάνιος του καϊκιού Μ. Βονταμίτης, πριν πεθάνει, σε μαρτυρία του, κάνει λόγο για 350 νεκρούς που τους μετέφερε με δρομολόγια μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερονήσι Σαν Τζιόρτζιο, όπου «παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας»…

Η μαρτυρία του Μίμη Βρονταμίτη…

Δημήτρης Βρονταμίτης

« Έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα. Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο.

Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ήτανε δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί. Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης και Δήμητρας Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ‘κανα; Το πιστόλι σε παγώνει…

Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι – όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν – έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου…»

Μια περιγραφή του Νίκου Ζαχόπουλου για το μακελειό της Μακρονήσου

Ένας από τους νέους εκείνης της εποχής που πέρασε από τη Μακρόνησο και έζησε τον εφιάλτη του μακελειού της 29ης Φεβρουαρίου και 1ης Μαρτίου 1948, ήταν ο ΕΠΟΝίτης από τη Θεσσαλονίκη Νίκος Ζαχόπουλος, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Σε ένα κείμενό του, απαντώντας στο βιβλίο του Χρήστου Σαρτζετάκη “Επιτελών το καθήκον μου”, όπου διατυπώνεται ανιστόρητα ότι η φριχτή ομαδική δολοφονία των 350 νεοσύλεκτων έγινε “στη διάρκεια συμπλοκής”, ο Ζαχόπουλος εξιστόρησε το πως ακριβώς εκτελέστηκε η σφαγή των 350 άοπλων στρατιωτών από τους πάνοπλους δημίους τους:

“Η σφαγή των ανύποπτων φαντάρων άρχισε από τις 28 Φλεβάρη 1948, όταν άρχισαν να συγκεντρώνονται οι στρατιώτες στον χώρο του υπαίθριου θεάτρου για δήθεν εκκλησιασμό. Οι πρώτοι επτά νεκροί στρατιώτες έπεσαν στην πλαγιά του υπαίθριου θεάτρου όταν ακούστηκε ο θόρυβος των πολυβόλων από τον χώρο της διοικήσεως. Όταν ύστερα από φωνές διαμαρτυρίας εμφανίστηκε ο νέος διοικητής του στρατοπέδου, λοχαγός Βασιλόπουλος, στις έντονες διαμαρτυρίες των αγανακτισμένων στρατιωτών υποσχέθηκε τιμωρία των υπαιτίων της δολοφονίας των επτά νεκρών. Οι νεκροί τοποθετήθηκαν στον χώρο του α΄ λόχου των κρατουμένων στον οποίο άνηκα κι εγώ. Έτσι είχα την ευχέρεια να ζήσω τις δραματικές εξελίξεις που επακολούθησαν και κατέληξαν στη δολοφονική και απροκάλυπτη επίθεση εναντίον του συνόλου των κρατουμένων άοπλων στρατιωτών.

Συναντώντας τον χάρο

Η επίθεση έγινε από το σύνολο των ενόπλων δυνάμεων των τριών ταγμάτων. Αδιαφορώντας για τους μακάβριους συριγμούς από τις σφαίρες που ξερνούσαν τα πολυβόλα των δολοφόνων, καταλήξαμε στον χώρο του 7ου λόχου, που ήταν ο στόχος της εγκληματικής ηγεσίας των γεγονότων. Εδώ, σε αυτή τη χαράδρα του 7ου λόχου, συνεχίστηκε η δολοφονική επίθεση των πωρωμένων δολοφόνων της Μακρονήσου. Εδώ συνάντησα για πρώτη φορά στη ζωή μου τον χάρο, με το περίστροφο να κροταλίζει στο κεφάλι μου χωρίς να ξερνάει φωτιά, σαν απάντηση στο ΟΧΙ μου που του πέταξα. Ύστερα από αυτό το αναπάντεχο, ακολούθησε ο χορός των ροπάλων. Υπάρχει πάντως μία ελπίδα, σκέφτηκα, να ζήσω. Την άλλη μέρα ξημερώθηκα στις ΣΦΑ (στρατιωτικές φυλακές) Μακρονήσου. Εδώ σταματώ τη δική μου παρένθεση. Πολλά περισσότερα, και το ίδιο τραγικά, στο βιβλίο του συγγραφέα Φίλλιπα Γελαδόπουλου, με τίτλο “Μακρόνησος – Η μεγάλη σφαγή του 1948”.Με αυτόν τον τίτλο πέρασε στην Ιστορία το τρομερό έγκλημα της δολοφονίας 350 άοπλων στρατιωτών, που τα νεκρά σώματά τους δέχτηκαν τα βαθειά νερά του πελάγους στο ακατοίκητο νησί ΄Αη Γιώργης. Δύο ήμερες κράτησε ο χαλασμός στο ηρωικό κάστρο, το πρώτο τάγμα σκαπανέων Μακρονήσου. Δύο ημέρες γιομάτες ηρωισμό, αυτοθυσίες, ανθρωπιά, από τους μαχόμενους άοπλους υπερασπιστές της ανθρώπινης μεγαλοσύνης.

Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στη διακριτική συμπεριφορά δύο παραγόντων στο στάδιο της προετοιμασίας του εγκλήματος. Πρόκειται για τον διοικητή του στρατοπέδου (ΑΕΤΟ) συνταγματάρχη Κωνσταντόπουλο, πρώην αξιωματικό του ΕΔΕΣ, ο οποίος αρνείται να δεχτεί την ευθύνη ενός τέτοιου εγκλήματος και παραιτείται. Αποχωρώντας συμβουλεύει, σαφώς συγκινημένος, τους στρατιώτες που τον αποχαιρετούν να είναι προσεχτικοί γιατί σχεδιάζονται γεγονότα στον χώρο του στρατοπέδου, που θα χυθεί πολύ αίμα.

Δολοφονικό αμόκ

Και ο αντικαταστάτης του Κωνσταντόπουλου, για μερικά εικοσιτετράωρα, ταγματάρχης Καραμπέκιος, πρώην αξιωματικός του ΕΔΕΣ, όταν αποχωρούσε από τον χώρο των γεγονότων, περιμένοντας το πλοίο, δέχτηκε την αγωνιώδη παράκληση ομάδας στρατιωτών, να επέμβει στο δολοφονικό αμόκ των πάνοπλων δολοφόνων, με αρχηγό τον ανθυπολοχαγό Καρδαρά, και με το περίστροφο στο χέρι, σε έντονο ύφος, λέει “Καρδαρά, να σταματήσετε τους σκοτωμούς. Αυτοί είναι παλικάρια. Τους γνώρισα στον πόλεμο. Αυτοί όταν πολεμούν χλιμιντρίζουν σαν τ’ άλογα”.

Στις 12 Οκτωβρίου 1949 μεταφέρονται στο ΑΕΤΟ, δοκιμασμένο κέντρο βασανιστηρίων, προερχόμενοι από το ΒΕΤΟ (Β΄ τάγμα σκαπανέων), κέντρο παρόμοιων βασανιστικών συνθηκών, 650 νέοι κάτω των 30 ετών. Τους υποδέχονται στην είσοδο του ΑΕΤΟ και σε απόσταση 300 μέτρων περίπου, από την χαράδρα όπου ήταν ο συρμάτινος κλωβός απομόνωσης των στρατιωτών και εφέδρων αξιωματικών, που άντεξαν τις δοκιμασίες. Ανάμεσά τους και ο ακαδημαϊκός καθηγητής Κ. Δεσποτόπουλος, μετέπειτα υπουργός Παιδείας και Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, καθώς και άλλες προσωπικότητες που μετά συνέβαλαν στις πολιτικές εξελίξεις, Σεραφείμ Καρασάββας, Σταύρος Αβδούλος, κ.α.

Η υποδοχή των 650 νέων έγινε από τον διοικητή του ΑΕΤΟ, λοχαγό Βασιλόπουλο, τον ιερέα του στρατοπέδου Παπα-Κορνάρο και πληθώρα αλφαμιτών με τα λευκά τους εξαρτήματα και τα όπλα υποδοχής, περίστροφα, κασμαδόξυλα, μπαμπού, σιδερογωνιές και ότι άλλο σκοτώνει ή τρελαίνει.

Έχασαν τα λογικά τους στο μακελειό

Το τι μπορέσαμε να δούμε ή να ακούσουμε δεν περιγράφεται. Εκείνο που μας συγκλόνισε ήταν το βράδυ που φέρανε με φορτηγό τους τρελούς να μείνουν στον κλωβό μας. Δεν περιγράφεται η αντίδραση των παιδιών που στο μακελειό της υποδοχής έχασαν τα λογικά τους. Ησύχασαν μόλις τα φορτηγά τους πήραν και φύγανε.

Αποτέλεσμα του χαλασμού ήταν 50 νεκροί, πολλοί τρελοί, εκατοντάδες οι βαριά χτυπημένοι, μεταξύ αυτών και ο Γιώργος Φαρσακίδης, με διακριτά τα τραύματα από τις μάχες με τους Γερμανούς στην κατοχή.

Ύστερα από μερικές ημέρες, μαθαίνουμε ότι όσοι άντεξαν σ΄ αυτό το μακελειό, τους κλείσανε σε νέο συρματόπλεγμα στην πρώτη χαράδρα μετά την διοίκηση του ΑΕΤΟ, όπου συνεχίστηκαν τα βασανιστήρια. Και στο τέλος της χαράδρας, προς την θάλασσα, εγκατέστησαν τις εξόριστες γυναίκες από το Τρίκερι, τις οποίες βασάνιζαν απάνθρωπα μέχρι τρέλας. Στο νέο αυτό συρματόπλεγμα στη χαράδρα, όπου και ο λογοτέχνης Θέμος Κορνάρος, συναντηθήκαμε όταν μετά από μερικούς μήνες έληξε η τριετής θητεία μας στον στρατιωτικό κλωβό”.

Το κολαστήριο της Μακρονήσου, το “Νταχάου της Ελλάδος” όπως αποκλήθηκε, άρχισε να λειτουργεί τον Μάϊο του 1947 για την “αναμόρφωση” οπλιτών που είτε είχαν πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση είτε προέρχονταν από αριστερές οικογένειες. Αποτέλεσε δε τον μεγαλύτερο τόπο μαρτυρίου, φυσικής και ψυχικής εξόντωσης των νεοσύλλεκτων στρατιωτών που αρνούνταν να απαρνηθούν τις δημοκρατικές τους ιδέες, αλλά και κορυφαίο σύμβολο αντίστασης και αξιοπρέπειας νέων ανθρώπων που δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, παρά μόνο παρέμεναν αλύγιστοι στα φρονήματά τους, ήθελαν την προκοπή του τόπου και ονειρεύονταν μια Ελλάδα που δεν θα ήταν χώρα ραγιάδων με λαό δίχως γνώμη και βούληση.

Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*