«Πάρτε τα, δεν αντέχω άλλο!» (Του Χρήστου Καλαντζή)

Παρασκευή πρωινό Σεπτέμβρη. Είναι βρε παιδί μου από εκείνα τα φθινοπωρινά πρωινά όπου ο ήλιος ακόμα τσουρουφλίζει τα τσιμέντα αλλά ο αέρας φέρνει μια ύποπτη μυρωδιά φρεσκοτυπωμένου χαρτιού και… επερχόμενης κατάθλιψης.
Τα παιδιά έχουν ετοιμαστεί από νωρίς για τον επικείμενο αγιασμό κι εγώ κάθομαι στο μπαλκόνι. Πρώτη γουλιά καφέ, το πόδι πάνω στο κάγκελο σε ρόλο στρατηγού που παρακολουθεί από ασφαλή απόσταση τα χαρακώματα. Από κάτω, στον δρόμο, στην Παπανικολή δηλαδή, εκτυλίσσεται η ετήσια πανδημική εθνική τραγωδία. Είναι η πρώτη μέρα στο σχολείο! Ουάου!
Ρουφάω μια τζούρα καφέ και φτάνει στα αυτιά μου ένας υπόκωφος, μεταλλικός βόμβος που σκίζει την πρωινή ησυχία. Προφανώς δεν είναι σεισμός, ούτε το ενοικιασμένο απορριμματοφόρο του Δήμου. Είναι οι τσάντες τρόλεϊ πάνω στο φαγωμένο τσιμέντο του πεζοδρομίου.
Ροδάκια από καουτσούκ που βογκούν κάτω από το βάρος της ανθρώπινης υπερβολής. Παγουράκια, υγρά μαντηλάκια, μπλοκ ζωγραφικής και τρεις αλλαξιές ρούχα «μην τυχόν κι ιδρώσει το καμάρι μας»!
Όπισθεν από κάθε τσάντα τρόλεϊ ακολουθεί η πομπή. Ποια πομπή; Η Νηοπομπή ήθελα να πω!
Πρώτες και καλύτερες, οι μανάδες ακολουθούν με τον καφέ στο χέρι και το γυαλί στο μάτι. Τι χαρά! Τι ανάταση ψυχής! Τι κρυφή, δαιμονική ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους! Πασχίζουν να φορέσουν το προσωπείο της συγκινημένης τεθλιμμένης μητέρας αλλά δεν τους βγαίνει με τίποτα βρε παιδί μου! Από μέσα τους βαράνε τα νταούλια της λύτρωσης! Ουρλιάζει «το είναι» τους… «Πάρτε τα, δεν αντέχω άλλο!»
Παρακολουθώ προσεκτικά την ώρα μάλιστα που και τα δικά μου «καμάρια» κατεβαίνουν στο πεζοδρόμιο! Μπαμπά πάμε, έλα φωνάζει ο Παναγιώτης και.. παίρνω κι εγώ τον δρόμο για το σχολείο.
Μετά από ένα τρίμηνο ανελέητης πολιορκίας στο σπίτι, με φωνές, τάμπλετ, σκόρπια πράγματα και «μαμά πεινάω», έφτασε επιτέλους η άγια εκείνη ώρα που το ελληνικό κράτος αναλαμβάνει δωρεάν την επιμέλεια.
Με γοργή περπατησιά ακολουθώ κι εγώ μαζί με τις «μαμάδες»! Το βήμα τους είναι αέρινο, στρατιωτικό, αποφασιστικό. Ορισμένες αγέρωχες, τραβούν το παιδί τους από το χέρι με λαβή επαγγελματία λοκατζή μην τυχόν και κάνει μεταβολή και φύγει τρέχοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Στην άλλη άκρη της λαβής ακολουθούν σερνόμενα τα θύματα. Χωρισμένα με χειρουργική ακρίβεια σε δύο κάστες, σε δυο κατηγορίες βρε παιδί μου.
Από τη μία τα πρωτάκια. Αφελή, ανυποψίαστα, κουκουλωμένα με καπελάκια, κοιτάζουν τα κάγκελα της εισόδου σαν να τους πηγαίνουν σε λούνα παρκ. Χαμογελούν στον παπά, μυρίζουν τον βασιλικό, νομίζουν ότι το σχολείο είναι μια προέκταση του παιδότοπου. Αχ, γλυκά μου πλασματάκια, πού να ξέρατε τι εστί διψήφιος πολλαπλασιασμός και αντιγραφή στο πρόχειρο… λέω εγώ τώρα….
Από την άλλη, οι βετεράνοι. Τα παιδιά της Πέμπτης και Έκτης. Εκεί δεν υπάρχει αφέλεια, υπάρχει μόνο το βλέμμα του μελλοθάνατου. Σέρνουν τα πόδια σαν κατάδικοι που οδηγούνται στις γαλέρες. Το σώμα γέρνει προς τα εμπρός, τα χέρια χωμένα στις τσέπες, το πρόσωπο σκοτεινό. Ξέρουν! Το έχουν δει το έργο! Ξέρουν ότι η σημερινή μέρα είναι η αρχή μιας εννιάμηνης πολιορκίας με μερικά μεσοδιαστήματα ανακωχής!
Στην είσοδο του προαυλίου, η τρίτη δύναμη της εξίσωσης, οι δάσκαλοι!
Εκεί πια η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Το απόλυτο, αδιαπέραστο ζεν της βαρεμάρας. Με το πλαστικό ποτήρι του freddo espresso καρφωμένο στο χέρι ως μοναδική σανίδα σωτηρίας σ’ έναν ωκεανό από παιδικά ουρλιαχτά. Στέκονται κάτω από τη σκιά του φθαρμένου κτηρίου του τρίτου δημοτικού σχολείου μ’ ένα βλέμμα που ταξιδεύει κάπου στην παραλία του Κιατονησίου στα τέλη του περασμένου Ιουλίου.
Χαμογελούν μηχανικά, γνέφουν τυπικά και στο πίσω μέρος του μυαλού τους μετράνε ήδη πόσες μέρες μένουν μέχρι την 28η Οκτωβρίου για να μην πω πόσες υπολείπονται μέχρι τα Χριστούγεννα.
Έχουν δει τόσες γενιές μανάδων να κλαίνε και τόσα πρωτάκια να ουρλιάζουν, που πλέον διαθέτουν την ψυχραιμία ιερομόναχου!
Στέκομαι σε μια άκρη και παρατηρώ τα σίδερα απ’ τις κολώνες που λιάζονται έξω απ’ τα μπετά του σχολείου. Συμμετέχουν κι αυτά σ’ έναν ακόμα αγιασμό! Εμφανώς ταλαιπωρημένα έχουν βγει στο φως ομοιάζοντας με εκείνα του δημαρχείου, μονάχα που εκεί μαθαίνω έχει προγραμματιστεί συντήρηση! Άλλωστε το Δημαρχείο έχει προτεραιότητα..
Σηκώνω τα μάτια όπως ο παπάς σηκώνει την αγιαστούρα και ραντίζει δεξιά κι αριστερά. Κοιτώ τις «μανάδες» οι οποίες σκύβουν μανιωδώς να πιάσουν την ευλογία και… το πρώτο κουδούνι χτυπά!
Πίνω την τελευταία γουλιά του καφέ από το φλυτζάνι που κρατώ στο χέρι. Η πόρτα κλείνει, η άσφαλτος ησυχάζει. Οι μανάδες απομακρύνονται με βήμα γοργό, μιλώντας ήδη στο τηλέφωνο. «Έλα, Νίτσα το άφησα! Πάμε για καφέ;», μαζί με το σχολείο άνοιξε κι η εστίαση δηλαδή!
Χαιρετώ τα σίδερα από τις κολώνες του σχολείου κι ασυναίσθητα θαρρώ πως μου γνέφουν κι αυτά. Περιμένουν μάλλον κάποιον δάσκαλο να καταφέρει κάποτε να «οπλίσει» έναν επόμενο «υπεύθυνο» με λίγη… ντροπή! Τσίπα το λένε στο χωριό μου αλλά… ποιος νοιάζεται;
Οι υπεύθυνοι σήμερα παρευρίσκονται σε άλλο σχολείο.
Παρευρίσκονται και καμαρώνουν γιατί βάψανε την αυλή!!
Το βήμα λοιπόν γοργό και καλή σχολική χρονιά αδέρφια, καλά κουράγια καθότι έχω αργήσει ήδη… και το τηλέφωνο ουρλιάζει!
