Τίνος είναι το καλοκαίρι;

Τίνος είναι το καλοκαίρι;
Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι, λέει ο ποιητής. Και είναι βέβαιο ότι εννοούσε πάμπολλα, και πάντως όχι τον τουρισμό επί κορονοϊού. Γιατί και σ’ αυτήν τη «μονοκαλλιέργεια» θέλει απομυθοποίηση το όλο σκηνικό που εμπορεύεται έναν φυσικό παράδεισο όπως ο δικός μας, αλλά και άλλοι πανέμορφοι τόποι όπου Γης, που τους εκμεταλλεύεται μια δράκα αυτοχρισμένων ιδιοκτητών της ομορφιάς, της ανάγκης για ξεκούραση και συνάντηση με τη φύση.
Της Λιάνας ΚΑΝΕΛΛΗ

Πώς να το κάνουμε, δεν μίλαγε και κανείς για διακοπές των εργαζομένων προ Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ή της άγιας Κυριακής και της ιερής Παρασκευής κ.λπ. κ.λπ., την ώρα που οι λαοί, αναρίθμητες στρατιές εργατών και εργαζομένων, δούλευαν εφτά μέρες τη βδομάδα από ανατολής μέχρι δύσεως ηλίου. Κι ύστερα ήρθε κι ο ηλεκτρισμός κι έφερε και νυχτερινές βάρδιες κι άλλα …ωραία για τους πολλούς. Πρίγκιπες και πλούσιοι και τιτλούχοι και κεφαλαιούχοι και φυσιοδίφες και επιστήμονες με ωραίες ιδέες κι άδειες τσέπες, οι μεν έκαναν διάλειμμα από τη ντόπια τους μονότονη ευμάρεια, εκστρατεύοντας σε εξωτικές αποικίες για να ληστέψουν επίσημα, και οι δε ζητιάνευαν με απλωμένο το χέρι στους αποικιοκράτες για να μπουν στα κλειστά κλαμπ, τύπου National Geographic.

Μετά από αγώνες και αίμα και την Οκτωβριανή με το λαό στην εξουσία, ήρθαν και οι αργίες μετά τις απεργίες. Κι έπιασαν το νήμα από την αρχή οι αστοί κι έφτιαξαν τα weekends, κι ύστερα οργάνωσαν και τις διακοπές και το κυνήγι του ήλιου και της θάλασσας με βραχιολάκια.

Για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, η επιστροφή στο χωριό ή στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο για τα γυναικόπαιδα με το τέλος της σχολικής χρονιάς τέλειωσε προ πολλού, οι τουρίστες έγιναν κατευθυνόμενες αγέλες, μπήκαν βραχιολάκια και η συνέχεια γνωστή. Ανάλογα την περιοχή και το κλίμα η εποχική απασχόληση, πάνω από αιώνα τώρα, είναι αποκομμένη από τη γεωργία και τουριστικοποιήθηκε πολύ πριν θεσμοθετηθεί. Το όνειρο των μικροαστών με ένα μήνα διακοπές δεν κατέρρευσε τώρα με τον κορονοϊό.

Τουλάχιστον στην Ελλάδα, αυτή που περιφρονητικά λέγαμε χώρα των σερβιτόρων της πλούσιας και ανήλιαγης Ευρώπης, η πλειονότητα των εργαζομένων με πρόσχημα τα μνημόνια είτε έπαψε να κάνει διακοπές στον ίδιο της τον παράδεισο, είτε προσαρμόστηκε να ευτυχεί με μια βδομαδούλα το πολύ, άντε κι ένα δεκαήμερο. Κι αυτό το μοντελάκι το φόρεσαν κι οι άλλοι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι, πακεταρισμένοι από μεγαθήρια των τσάρτερ και των προγραμματισμένων διακοπών τύπου «Cook».

Βολεύει μετά από τόση προπαγάνδα για τα θηριώδη κρουαζιερόπλοια και τις προβατηδόν «φθηνές διακοπές» μεγαθηρίων, που τινάχτηκαν στον αέρα και ροκάνισαν λεφτά, όνειρα και δουλειές εκατομμυρίων μαζικών τουριστών αλλά και κακοπληρωμένων εργατών του τουρισμού σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα κι έτσι το πακέτο διακοπές και τουρισμός έγινε για πολλούς απρόσιτο, οι φθηνοί παράδεισοι απλησίαστοι ή και τρομακτικά εκμεταλλευτικοί. Εκτός κι αν ξεχάσαμε το ασιατικό τσουνάμι, που ήθελε οικογένειες να λιάζονται και να κολυμπούν δίπλα σε εκβραζόμενα πτώματα για να μη χαθεί η αποταμίευση η σκληρή μιας χρονιάς, για να βρεθεί στην άλλη άκρη της Γης, μακριά από τη φάμπρικα, το ανήλιαγο γραφείο, το κρύο και την υγρασία. Ο τουρισμός ήταν ένας παγκοσμιοποιημένος καπιταλιστικός κλάδος εμπορευματοποιημένων υπηρεσιών, καλά διαφημισμένος αλλά ήδη σε κρίση προ κορονοϊού.

Αυτήν την …κανονικότητα ήρθε να αποτελειώσει και το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχών τουριστών, κι ύστερα ο κορονοϊός. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, πιο αρπακτικό πέσιμο πάνω στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων που εργάζονται σκληρά, στη χαρά, στην ξεκούραση και την ουσιαστική εξοικονόμηση δυνάμεών τους, δεν έχει γνωρίσει ο λεγόμενος δυτικός τουριστικός πολιτισμός τις τελευταίες δεκαετίες, αποκομίζοντας οι κοσμοπολίτες καπιτάλες απίστευτα κέρδη, αφού πούλησαν αυτό που δεν τους ανήκει. Το χρόνο τον έκαναν, και στις διακοπές, χρήμα.

Κι έτσι ξαφνικά θυμηθήκαμε κοινωνικούς τουρισμούς, εσωτερικούς τουρισμούς, υγιεινές οργανωμένες παραλίες και ανθυγιεινές ελεύθερες στο πόπολο. Κι έτσι θα ρίξουμε στον κορονοϊό το γλίστρημα στο χάος που χώρισε, και θα συνεχίσει να χωρίζει και επί κορονοϊού, μια θέση στον ήλιο και την καθαρή θάλασσα προς εφτά χιλιάδες τη βραδιά συν ένα πεντακοσάρικο τη μέρα η ομπρέλα από τη μια, απ’ τα ΚΑΠΗ, τα σταλμένα για να αναπνεύσουν καθαρό αέρα στα καμένα της Σάμου, από την άλλη.

Αυτή η απόσταση στον τουρισμό δεν είναι ούτε δύο ούτε τέσσερα μέτρα. Είναι το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τη βαρβαρότητα. Τελικά τίνος είναι το καλοκαίρι;

 *Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη» του Σαββατοκύριακου, 23–24 Μάη 2020
Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*