Η μεγαλύτερη λέξη του κόσμου είναι βέβαια ελληνική και μάλιστα του Αριστοφάνη

Η μεγαλύτερη λέξη του κόσμου είναι βέβαια ελληνική και μάλιστα του Αριστοφάνη, που θεωρείται ο πιο μεγάλος αρχαίος θεατρικός συγγραφέας κωμωδιών.
Πρόκειται για έναν γλωσσοδέτη που βρίσκεται στην προτελευταία κωμωδία του, τις «Εκκλησιάζουσες»,και αποτελείται από 26 επιμέρους συνθετικά, 76 συλλαβές και 164 γράμματα.
Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, οι γυναίκες, για να γλιτώσουν το Δήμο από την κακοδαιμονία στην οποία τον καταδίκασαν οι άνδρες, παίρνουν στα χέρια τους την εξουσία και επιβάλλουν το πρόγραμμά τους, την κοινοκτημοσύνη δηλαδή των αγαθών αλλά και των ερωτικών συντρόφων. Ο ποιητής με το έργο του αυτό σατιρίζει τις ρηξικέλευθες ιδέες που υποστηρίζουν ορισμένοι επιφανείς συμπολίτες του, «βγάζοντας τη γλώσσα», ασφαλώς, και στον Πλάτωνα που ήδη τις συζητά στον κύκλο του για να τις διατυπώσει στην «Πολιτεία» του λίγα χρόνια αργότερα.
Η κωμωδία τελειώνει με φαγοπότι, κοινό βεβαίως για όλους τους πολίτες, στο οποίο προσφέρονται λαχταριστές και ακριβές τροφές, τις οποίες ο Αριστοφάνης περιγράφει με μία μόνο λέξη, που όμως καταλαμβάνει επτά ολόκληρους στίχους (βάζω παύλες για να φαίνονται τα συνθετικά της, η λέξη όμως είναι ενιαία):
«Λεπαδο-τεμαχο-γαλεο-κρανιο-λειψανο-δριμ-υποτριμματο-σιλφιο-καραβο-μελιτο-κατακεχυμενο-κιχλ-επι-κοσσυφο-φαττο-περιστερ-αλεκτρυον-οπτο-κεφαλιο-κιγκλο-πελειο-λαγωο-σιραιο-βαφη-τραγανο-πτερύγων»!
Πρόκειται για ένα βασανιστικό γλωσσοδέτη ενώ είναι βέβαιο ότι και οι ηθοποιοί της αρχαιότητας θα δυσκολεύτηκαν να την αποστηθίσουν. Η ίδια λέξη, από τα μέσα του 19ου αιώνα, αποτέλεσε σωστή σπαζοκεφαλιά για πολλούς φιλέρευνους φιλολόγους αλλά και ελληνομαθείς γαστρονόμους.
Το λεξικό των Liddell-Scott γράφει ως ερμήνευμα: «κωμική λέξις εν Αριστοφάνει, Εκκλησιάζουσαι, στίχ. 1169-1174. Όνομα εδέσματος παρεσκευασμένου εκ παντός είδους ηδυσμάτων, ιχθύων, κρεάτων, πτηνών και καρυκευμάτων».
Η άποψη που τελικά επικρατεί – μέχρι να αποδειχτεί 100%, κάτι που δεν είναι βέβαιο – στον κύκλο των ερευνητών είναι πως ο Αριστοφάνης συνταίριαξε σε μία λέξη 17 από τα πιο αγαπητά φαγώσιμα υλικά της εποχής του για δύο μάλλον λόγους: ήθελε προφανώς να διασκεδάσει τους θεατές με το στοιχείο της γαστριμαργικής υπερβολής, αλλά και να τους διαβεβαιώσει ταυτόχρονα πως στο κοινοβιακού τύπου συμπόσιο κανείς δεν θα έμενε παραπονεμένος.
Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*