Η ιστορία και η κουλτούρα του τσαγιού στην Τουρκία

Η ιστορία και η κουλτούρα του τσαγιού στην Τουρκία

«Συζητήσεις χωρίς τσάι, είναι σαν νυχτερινός ουρανός χωρίς φεγγάρι» λένε μέχρι σήμερα αρκετοί Τούρκοι χωρίς υπερβολή, αφού πράγματι το τσάι ως ρόφημα συντροφεύει κάθε είδους συναναστροφή στη γειτονική χώρα. Μπορείς να το συναντήσεις από τα πιο μικρά καφενεία, στις αγορές, στον δρόμο, μέχρι και τα πιο πολυτελή εστιατόρια. Για τους ανθρώπους εκεί το τσάι δεν έχει ώρα. Μπορεί να καταναλωθεί οποιαδήποτε στιγμή πριν ή μετά από κάθε γεύμα, το πρωί, το μεσημέρι, ακόμα και αργά το βράδυ.

Από αρκετούς υπάρχει η αντίληψη πως «Κάθε ποτήρι τσαγιού αντικατοπτρίζει το πορτρέτο του ανθρώπου που το προσφέρει» και μάλιστα για τους ανθρώπους της Τουρκίας η διαδικασία πόσης του τσαγιού είναι από την αρχή έως το τέλος ένας διάλογος. Σύμφωνα με την ανθρωπολόγο Pelin Aylangan το τσάι αντιπροσωπεύει την τουρκική συναναστροφή και αποτελεί τη «λιπαντική» ουσία που κινεί τα γρανάζια μιας συζήτησης. Αξίζει να τονισθεί πως η άρνηση τσαγιού δεν αντιλαμβάνεται απλώς ως μια απόρριψη, αλλά θεωρείται προσβλητική στη γείτονα χώρα, καθώς η προσφορά τσαγιού είναι σύμβολο αποδοχής που συνδέεται άμεσα με την τουρκική φιλοξενία και την ίδια την καθημερινή ζωή. Στην Τουρκία οι έμποροι συνηθίζουν να κάνουν κάθε είδους συμφωνία με τη συντροφιά τσαγιού και αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς τα λόγια, αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι φιλτράρονται  από τις μυρωδιές του τσαγιού. Υπάρχει η αντίληψη πως πάνω από τα ποτήρια μπορείς να γνωρίσεις τον άνθρωπο απέναντί σου, όπως η κούπα ζεσταίνει το χέρι, αυτόματα ζεσταίνει και την καρδιά. Με το τσάι αυτόματα οι άνθρωποι γίνονται πιο ανοιχτοί και οι προθέσεις τους είναι καθαρότερες.

Ιστορικά, το τσάι πέρασε στην Τουρκία μέσω των «Δρόμων του μεταξιού» από το 1500, ενώ μετά από τέσσερις αιώνες θα άρχιζε να μπαίνει συστηματικά στην καθημερινή ζωή των Τούρκων, όταν τα οφέλη του στην υγεία ξεκίνησαν να γίνονται γνωστά από τον Mehmet Izzet το 1878. Έτσι, το 1917 έγιναν οι πρώτες προσπάθειες παραγωγής τσαγιού στην Τουρκία, όμως ο Τουρκικός Πόλεμος είχε άλλα σχέδια και οι συνέπειές του έφεραν αποτυχία στη δημιουργία εγχώριας αγοράς τσαγιού. Το 1939 εισάγονται από τη Γεωργία 200 τόνοι τσαγιού και από τότε ξεκινάει η συστηματική παραγωγή. Ο καφές όντας παλαιότερος και πιο συνηθισμένος στην Τουρκία συνέχιζε να έχει τον πρώτο λόγο στις προτιμήσεις των ανθρώπων, όμως οι κοινωνικοπολιτικές και συνάμα οι οικονομικές διαταράξεις της εποχής έκαναν τους Τούρκους να στραφούν στην εναλλακτική λύση του τσαγιού, καθώς τέσσερα ποτήρια τσαγιού μπορούσαν να αγοραστούν στην τιμή του ενός φλιτζανιού τουρκικού καφέ.

Τα πρώτα μαγαζιά τσαγιού, αντίστοιχα με τα ελληνικά καφενεία, άρχισαν να ανοίγουν πρώτα στην Κωνσταντινούπολη, στη συνοικία του Σουλταναχμέντ και μετέπειτα σε όλη την Τουρκία. Έως σήμερα τα παραδοσιακά μαγαζιά τσαγιού παραμένουν χώροι κοινωνικοποίησης των ανδρών, αλλά αυτό δε σημαίνει πως και οι γυναίκες μπορούν οπουδήποτε να πιούν το τσάι τους. Εξίσου δημοφιλές αλλά και πλέον παράδοση από το 1950 και μετά, είναι οι συγκεντρώσεις της οικογένειας και των φίλων σε κήπους τσαγιού.

Οι σημερινοί κήποι τσαγιού

Σήμερα η Τουρκία αποτελεί την πέμπτη χώρα με μεγαλύτερη παραγωγή τσαγιού, με τις εξαγωγές της παγκοσμίως να ξεκινούν το 1965. Θεωρείται πρώτη σε κατανάλωση κατά κεφαλή στον κόσμο ξεπερνώντας το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ινδία και την Κίνα. Παράγεται και προτιμάται το μαύρο τσάι και συγκεκριμένα η γνωστότερη και διασημότερη ποικιλία είναι εκείνη που παράγεται στη Ριζούντα, την πρωτεύουσα του τουρκικού τσαγιού (Rize çayı)Στις τουρκικές πόλεις της ανατολικής πλευράς της Μαύρης Θάλασσας, η παραγωγή τσαγιού είναι τόσο σημαντική, που ακόμα και ολόκληρες πόλεις άλλαξαν τα ονόματά τους, τονίζοντας τη σημαντικότητα της παραγωγής τσαγιού στους χώρους αυτούς. Για παράδειγμα, η πόλη του Mapavri έγινε Τσαγελί (Çayeli) και η Kadahor (από τα ποντιακά «Κάτω Χώρα») έγινε Τσαικάρα (Çaykara).

Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ποικιλίες μαύρου τσαγιού στον κόσμο, το Rize çayı είναι βαρύ στη γεύση και κατά το βράσιμό του αποκτά σκούρα κόκκινη απόχρωση. Γνωστό στην Τουρκία, επίσης, είναι και το τσάι μήλου (elma çayι), το οποίο όμως θεωρείται πιο εναλλακτικό και κυρίως περισσότερο τουριστικό. Κάτι, επιπλέον, το οποίο δε γνωρίζει πολύς κόσμος είναι πως όλα τα είδη τσαγιού προέρχονται από ένα και μόνο φυτό, το Camellia Sinensis, οπότε στην ουσία οι ποικιλίες τσαγιού διαχωρίζονται καθαρά από τη διαφορά στη ζύμωση (μαύρο, πράσινο τσάι κτλ.) και διαφοροποιούνται ανά την περιοχή παραγωγής και τα προαιρετικά επιπρόσθετα υλικά. H καλύτερη εποχή για τη συγκομιδή του τσαγιού είναι το καλοκαίρι και κυρίως αυτή η δουλειά γίνεται από γυναίκες, δουλεύοντας δέκα ώρες την ημέρα.

Κατά τη διάρκεια της συγκομιδής τσαγιού
Το «çaydanlık»

Η παρασκευή του τουρκικού τσαγιού γίνεται με το «çaydanlık», έναν διπλό βραστήρα, ειδικό για το τσάι και μόνο. Στο άνω σκεύος το τσάι με μια μικρή ποσότητα νερού βράζει και παρασκευάζεται αρχικά βαρύ, ενώ στο κάτω και μεγαλύτερο σκεύος το υπόλοιπο νερό βράζει, με σκοπό στη συνέχεια να αναμειχθεί με το υπόλοιπο ρόφημα και να κεραστεί κατά την αρέσκεια αυτού που θα το πιει.

Το σαμοβάρι

Παραδοσιακά το τσάι φτιαχνόταν σε σαμοβάρι, μία τσαγιέρα ρωσικής προέλευσης που μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται στην Ανατολική Τουρκία. Σε αντίθεση με την αγγλική «ευρωπαϊκή» παράδοση το τσάι δεν πίνεται ποτέ με γάλα, αλλά σκέτο, ενώ σερβίρεται με κύβο ζάχαρηςπροαιρετικό κουλουράκι, ελαφρύ (açık) ή βαρύ (demliαναλόγως την επιπρόσθετη ποσότητα βραστού νερού.

Όπως το τσάι, έτσι και τα ίδια τα ποτηράκια του τσαγιού έχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στη ζωή των Τούρκων. Πέρα από το σερβίρισμα τσαγιού, χρησιμοποιούνται και ως εναλλακτικοί δοσομετρητές στη μαγειρική, ενώ πάνω από 400 εκατομμύρια πωλούνται ανά χρόνο, με πολλές περιοχές της Τουρκίας να βασίζουν την οικονομία τους σε ένα πολύ σεβαστό ποσοστό της παραγωγής γυαλιού. Έχουν σχήμα τουλίπας και ο σχεδιασμός τους επιτρέπει στο τσάι να παραμένει περισσότερη ώρα ζεστό, ενώ η πλατύτερη επιφάνειά τους στο άνω μέρος βοηθά στο κράτημα, ακόμα κι αν το τσάι είναι καυτό.

Αν ποτέ πια σας βγάλει ο δρόμος σας στην Τουρκία και σας προσφέρουν τσάι, μην αρνηθείτε. Η στιγμή που θα χαρίσετε στον εαυτό σας κουβεντιάζοντας με έναν ντόπιο είναι πολύτιμη. Είτε σε ένα παζάρι, ακόμα και στον δρόμο, οι Τούρκοι λατρεύουν να κερνούν όσους γνωρίζουν, ιδιαίτερα τους ταξιδιώτες. Ακόμα και αν δε μιλούν τη γλώσσα σας,  η τιμή της επίσκεψής σας και ο ενθουσιασμός σας για τον τόπο τους φτάνουν για να κεραστείτε αλλά και να αποκτήσετε έναν νέο φίλο. Χαρίστε, λοιπόν, ένα χαμόγελο και στην υγειά σας, ή όπως λένε και στα τουρκικά şerefe!

Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*