Η ιδιοκτησία της μνήμης- Όταν η τέχνη περνά από τη δημιουργία στη διαχείριση
Υπάρχουν στιγμές που ένα μεμονωμένο πολιτιστικό γεγονός ξεπερνά την επικαιρότητα και γίνεται αφορμή για μια βαθύτερη συζήτηση. Όχι γιατί αλλάζει την ιστορία, αλλά γιατί μας δείχνει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό.
Κάτι τέτοιο συνέβη πρόσφατα με την ερμηνεία μουσικών έργων του Μάνου Χατζιδάκι. Στο Αρχαίο Θέατρο Δίου, ο Μανώλης Μητσιάς αναγκάστηκε να απαγγείλει το τραγούδι «Ο Γιάννης ο φονιάς», λόγω απαγόρευσης από τον γιο του Μάνου Χατζιδάκι.
Η αντιπαράθεση που ακολούθησε έδειξε πόσο περίπλοκο είναι το ζήτημα. Ο ίδιος ο Μητσιάς και η Αγαθή Δημητρούκα, που διαχειρίζεται το έργο του Νίκου Γκάτσου, μίλησαν εκείνο το βράδυ για απαγόρευση από την πλευρά Χατζιδάκι. Ο γιος του συνθέτη, Γιώργος Χατζιδάκις, απάντησε αργότερα δημόσια πως ποτέ δεν απαγόρευσε ο ίδιος στον Μητσιά να τραγουδήσει το συγκεκριμένο κομμάτι, και πως η διαφωνία αφορούσε μια συγκεκριμένη εταιρεία παραγωγής και μια σειρά συναυλιών – κάτι γνωστό, όπως είπε, εδώ και μήνες σε όλους τους εμπλεκόμενους. Δύο αφηγήσεις για το ίδιο γεγονός, και ίσως και οι δύο, εν μέρει, αληθινές.
Πίσω από αυτή τη λεπτομέρεια κρύβεται όμως ένα μεγαλύτερο ερώτημα: σε ποιον ανήκει τελικά ένα μεγάλο έργο τέχνης, όταν ο δημιουργός του δεν βρίσκεται πια στη ζωή; Ανήκει αποκλειστικά σε όσους έχουν τη νομική διαχείριση των δικαιωμάτων του, ή μήπως, μετά από κάποια στιγμή, γίνεται κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός λαού; Το ερώτημα δεν έχει εύκολη απάντηση, και σίγουρα δεν απαντιέται με συνθηματολογίες ή με το να συγκρίνουμε ένα τραγούδι με ένα καταναλωτικό προϊόν. Γιατί ακόμη κι όταν ένα δικαίωμα ασκείται απολύτως νόμιμα, το να το επικαλείται κανείς για να περιορίσει την πρόσβαση σε ένα τραγούδι παραμένει, στην ουσία του, άσκηση εξουσίας πάνω σε κάτι που μεγάλο μέρος του κόσμου θεωρεί ήδη δικό του.
Τα πνευματικά δικαιώματα είναι, βέβαια, θεμέλιο του πολιτισμού. Χωρίς την προστασία του δημιουργού, η δημιουργία κινδυνεύει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης, και ο δημιουργός δικαιούται αναγνώριση, αμοιβή και σεβασμό. Ο ίδιος ο Γιώργος Χατζιδάκις, απαντώντας στους επικριτές του, το υπενθύμισε καθαρά: αυτό ισχύει νομικά εδώ και δεκαετίες, και κανένα μουσικό έργο δεν αποτελεί «κοινό κτήμα» – ανήκει στους δημιουργούς του και σε όσους αυτοί όρισαν να τους εκπροσωπούν. Είναι ίσως το πιο ειλικρινές επιχείρημα υπέρ της ιδιοκτησίας που ακούστηκε σε όλη αυτή τη συζήτηση. Ωστόσο η νομιμότητα ενός δικαιώματος δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν αυτό το δικαίωμα πρέπει να ασκείται με τον ίδιο απόλυτο τρόπο δεκαετίες μετά τη δημιουργία ενός έργου, όταν το έργο αυτό έχει περάσει πια σε δεύτερα και τρίτα χέρια, σε δεύτερες και τρίτες γενιές ακροατών.
Υπάρχει, λοιπόν, και μια άλλη αλήθεια: υπάρχουν έργα που ξεπερνούν τον δημιουργό τους, που παύουν να είναι απλώς ιδιοκτησία και γίνονται μνήμη.
Τέχνη ως περιουσία, τέχνη ως κοινό αγαθό
Ο μεγάλος κίνδυνος της εποχής μας είναι πως αντιμετωπίζουμε συχνά τον πολιτισμό μόνο με όρους αγοράς, κατοχής, ελέγχου. Όμως η τέχνη δεν γεννιέται μέσα σε ένα συμβόλαιο· γεννιέται μέσα στην κοινωνία. Ένας ποιητής γράφει σε μια γλώσσα που δεν έφτιαξε ο ίδιος, ένας μουσικός δημιουργεί μέσα σε μια παράδοση που προϋπήρχε. Κάθε δημιουργός συνομιλεί, τελικά, με έναν κόσμο μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η δημιουργία, όσο προσωπική κι αν είναι, δεν είναι ποτέ απολύτως ιδιωτική υπόθεση – η τέχνη που δεν συναντά ανθρώπους κινδυνεύει να μείνει μουσειακό αντικείμενο αντί για ζωντανή δημιουργία.
Στην Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος, γιατί το τραγούδι εδώ δεν ήταν ποτέ απλώς ψυχαγωγία· υπήρξε ιστορική μνήμη, κοινωνική έκφραση, παρηγοριά και αντίσταση. Το «Ο Γιάννης ο φονιάς», σε μουσική Χατζιδάκι και στίχους Γκάτσου, ταυτίστηκε επί δεκαετίες με τη φωνή του Μανώλη Μητσιά και έγινε χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα τραγούδι περνά από τη δημιουργία στη συλλογική μνήμη. Στην ίδια λογική εντάσσεται και η στάση του Μίκη Θεοδωράκη, για τον οποίο η μεγαλύτερη δικαίωση ενός έργου ήταν να φτάσει στον κόσμο και να συνεχίσει να ζει μέσα στην κοινωνία.
Αξίζει εδώ μια αναφορά στο ιστορικό του «Ο Γιάννης ο φονιάς»: ο Νίκος Γκάτσος έγραψε τους στίχους το καλοκαίρι του 1975, σε μια εποχή που η ελευθερία της έκφρασης μόλις είχε ξανακερδηθεί, βασιζόμενος πάνω στη μουσική που είχε ήδη συνθέσει ο Μάνος Χατζιδάκις. Πενήντα χρόνια αργότερα, ο μελοποιημένος στίχος του Γκάτσου δεν σίγησε από κρατική λογοκρισία, όπως τόσα τραγούδια εκείνης της γενιάς, αλλά – έστω για μία βραδιά- μέσα σε μια διαφωνία για συμβόλαια, εταιρείες παραγωγής και εκπροσωπήσεις. Δύο εντελώς διαφορετικοί μηχανισμοί περιορισμού κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα: ένα κοινό που έμεινε, έστω στιγμιαία, χωρίς τη μουσική ενός τραγουδιού που θεωρεί δικό του. Αυτό δεν μειώνει την αξία του δημιουργού· αναδεικνύει, όμως, ποιος είναι ο τελικός προορισμός της τέχνης – ο άνθρωπος.
Ποιος κληρονομεί τελικά έναν δημιουργό;
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία όλης της συζήτησης. Ο κληρονόμος κληρονομεί δικαιώματα. Η κοινωνία κληρονομεί μνήμη. Ανάμεσα στα δύο υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη ισορροπία. Εκείνο το βράδυ, όταν ο Μανώλης Μητσιάς αναγκάστηκε να απαγγείλει αντί να ερμηνεύσει τον «Γιάννη τον Φονιά», το κοινό αντέδρασε τραγουδώντας αυθόρμητα το τραγούδι και στη συνέχεια τον «Τσάμικο», με τον ερμηνευτή να μην μπορεί να τους συνοδεύσει.Ίσως αυτή να είναι η πιο καθαρή απόδειξη σε ποιον ανήκει τελικά ένα τραγούδι, πέρα από τη νομική του διαχείριση.
Αυτό είναι, τελικά, το μυστήριο της τέχνης: ο δημιουργός πεθαίνει, το έργο συνεχίζει, και κάπου ανάμεσα στη μνήμη και στο μέλλον αποκτά την πραγματική του ελευθερία.
Γιατί η τέχνη δεν ανήκει μόνο σε όσους έχουν το δικαίωμα να την εκπροσωπούν. Ανήκει και σε όσους έχουν την ανάγκη να τη συναντήσουν – και, όπως αποδείχτηκε εκείνο το βράδυ, και σε όσους δεν περίμεναν πια κανενός την άδεια.

