Από την καρότσα στο μπαλκόνι (Του Χρήστου Καλαντζή)

Πρωινό! Πρωινό ζεστό, μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Όχι, όχι από εκείνα τα πρωινά που τα απολαμβάνεις, αλλά από τα άλλα, τα αχάραγα, εκείνα όπου οι ακτίνες του ήλιου ίσα ίσα που σκίζουν τη σκοτεινιά προετοιμάζοντας την αυγή.
Άνοιξε λοιπόν το μάτι μονάχο του. Το σώμα πάσχιζε να ξεκουραστεί αλλά το μάτι γαρίδα. Τι να κάμω κι εγώ σηκώθηκα από το κρεβάτι. Η ώρα πέντε παρά τέταρτο. Επισκέφθηκα το ψυγείο και πήρα ένα ποτήρι νερό ώστε να επαναφέρω το ρολόι του οργανισμού. Βγήκα στη βεράντα και κάθισα για λίγο στην καρέκλα. Τα άστρα ακόμα φεγγοβολούσαν ώσπου… φωνές, αντάρα και ποδοβολητό ξεχύθηκαν πάνω στην αφωνία της νύχτας.
Σηκώθηκα κι έριξα μια ματιά. Ένα τσούρμο εργατών είχε βγει στο πεζοδρόμιο. Συζητούσαν φωναχτά μέσα στο μισοσκόταδο σε μια γλώσσα που δεν μου ήταν καθόλου γνωστή. Περίμενα λίγο μέχρι που ένα αγροτικό εμφανίστηκε από τη γωνιά του δρόμου. Εν ριπή οφθαλμού καβάλησαν την καρότσα και χάθηκαν τόσο γρήγορα όσο η οχλαγωγία που είχαν προκαλέσει.
Ξανακάθισα στην καρέκλα και χάζεψα πάλι τα άστρα, το φεγγάρι. Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια. Πόσο γρήγορα βρέθηκα από την καρότσα στο μπαλκόνι. Ναι, ναι στο μυαλό μου γύρισε ο χρόνος καμία τριανταριά χρόνια πριν. Γύρισε τότε που ήμουν εγώ πάνω στην καρότσα κι οχλαγωγούσα στον χωματόδρομο που κατέβαινε για το ποτάμι.
Είχε βλέπετε ο πατέρας μου μερικά στρέμματα σταφίδα, μαύρη, κορινθιακή στις όχθες του Ασωπού, στο ύψος της Γονούσσας. Ετούτη την περίοδο μετά τον Δεκαπενταύγουστο ξεκινούσε ο τρύγος. «Τρύγος, θέρος, πόλεμος», συνήθιζε να λέει η μάνα μου, μ’ εκείνη την αντάρεια φωνή που ακόμη και σήμερα αντηχεί στ’ αυτιά μου!
Τρύγος λοιπόν και μέσα στο μισοσκόταδο κατηφορίζαμε οικογενειακώς για τη σταφίδα. Έπρεπε βλέπετε να προλάβουμε την πρωινή δροσιά. Το φεγγάρι προσπαθούσε να μας φωτίσει τον δρόμο, ίσως και το μέλλον, αλλά τότε αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Ο μπουχός που σηκωνόταν στο διάβα, μια το έκρυβε και μια το φανέρωνε στα μάτια μας! Θα μπορούσες να πεις πως ήταν ο άτυπος συνοδοιπόρος μας.
Όταν μετά από κάμποση ώρα και ανάλογους κλυδωνισμούς φθάναμε στον προορισμό μας, οι ακτίνες του ήλιου είχαν αρχίσει σιγά σιγά να επικρατούν βοηθώντας τις αισθήσεις να εντοπίζουν τα «γινομένα» σταφύλια.
«Τα μαύρα» φώναζε η μάνα μου! «Τα μαύρα κόβουμε, τα άλλα με το δεύτερο χέρι!»
Τραβούσαμε τα κιβώτια παραδίπλα και αρχίζαμε να τα γεμίζουμε. Στην αρχή γρήγορα. Ύστερα σιγά κι όλο πιο σιγά! Η ώρα περνούσε, η ζέστη ανέβαινε σε ανυπόφορα επίπεδα κι ο ιδρώτας κολλούσε μανιωδώς μαζί με τη σκόνη στο πρόσωπο και στο σώμα. Η μυρωδιά του χώματος και του φυτοφάρμακου ακόμη τριβελίζει το μυαλό μου. Ακόμη και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, την αναγνωρίζω αν τύχει και περάσει από δίπλα.
Η ώρα περνούσε, τα κιβώτια γέμιζαν, τα φορτώναμε στο αγροτικό και από εκεί στα αλώνια. Εκεί όπου έπρεπε όλοι μαζί να τα απλώσουμε.
«Τις ουρίτσες με την ίδια φορά» φώναζε η μάνα μου! Ο πατέρας μου από την άλλη γελούσε. Γελούσε σάμπως και το απολάμβανε. Ύστερα από τόσα χρόνια, ακόμη δεν έχω καταλάβει αν πράγματι το απολάμβανε.
Απλώναμε τα σταφύλια κι όταν τελειώναμε αργά το βράδυ γυρίζαμε κατάκοποι στο σπίτι. Ένα μπάνιο, ύπνο και το επόμενο αχάραγο πρωινό ξανακινούσαμε την ίδια διαδικασία, την ίδια διαδρομή. Το φεγγάρι συνοδοιπόρος για το πρώτο, για το δεύτερο και για το τρίτο «χέρι» τρύγου. Συνοδοιπόρος και το πρωί και το βράδυ.
Ίσως γι’ αυτό ακόμη και σήμερα το φεγγάρι μού φαίνεται οικείο. Σαν να με γνωρίζει! Σαν να θυμάται εκείνο το παιδί πάνω στην καρότσα, ακόμη κι αν εγώ καμιά φορά το ξεχνώ! Σαν να μου λέει.. «…βλέπεις πόσο δύσκολο είναι να ανέβεις από την καρότσα στο μπαλκόνι; Βλέπεις πόσο χρόνο, κόπο και τύχη χρειάζεσαι;»
