Η ζώνη ασφαλείας (Του Χρήστου Καλαντζή)

Μικροκαμωμένος. Μικροκαμωμένος και «δουλεμένος» άνθρωπος ήταν ο Μπαρμπαγιάννης. Άμα τον έβλεπες από κοντά το καταλάβαινες αμέσως. Τα δάχτυλά του τραχιά και το πρόσωπό του σμιλεμένο από τον ήλιο. Κάθε ραγάδα, κάθε ρυτίδα και μια ιστορία. «Η δουλειά θα πρέπει να τελειώσει και μετά θα πάμε στο πανηγύρι!» έλεγε πάντα. Η δουλειά, η δουλειά είχε προτεραιότητα κι όχι τα λεφτά. Αυτά θα ερχόντουσαν με κάποιο «μαγικό» τρόπο. Άλλωστε ποτέ δεν τα είχε μετρήσει σοβαρά.
«Να πληρώνουμε τα έξοδα, να φτάνουν να πληρώνουμε τα έξοδα και να πηγαίνω με την κυρά Ντίνα σε κανένα πανηγύρι!» έλεγε και χαμογελούσε αδιαφορώντας για τα δόντια που του έλειπαν! Μετά βεβαιότητας δεν ήταν και πολλά. Όσα του είχαν απομείνει δηλαδή, αρκούσαν για να «αλέσει» την πέτσα της γουρνοπούλας με την βοήθεια της μπύρας στα πανηγύρια της Κορινθίας.
Πάντα οδηγούσε ένα ταλαιπωρημένο Volkswagen, κλούβα μπλε κι ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις ποιος από τους δυο έχει υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία στο διάβα του χρόνου. Οι πόρτες έκλειναν με δυσκολία και τα καθίσματα κουνιόντουσαν τόσο πολύ, ώστε κάποιες φορές νόμιζες ότι κινούνταν σε φουρτούνα μεσοπέλαγα κι όχι σε δρόμο. Το χρώμα συναγωνιζόταν τη σκουριά σε τέτοιο μέγεθος, ώστε αναρωτιόσουν εάν το φορτηγάκι ήταν μπλε ή καφέ. Η αλήθεια ήταν πως το μαστόρευε μονάχος του. Ό,τι βλάβη και να τύχαινε τα «έβαζε» τα χέρια του. Είτε σε μεταλλικά είτε σε μηχανικά μέρη.
Έτσι ήταν κι εκείνο το απόγευμα. Είχε τελειώσει από νωρίς το πότισμα στα λεμονοπορτόκαλα κι ετοιμαζόταν να πάει στο διπλανό χωριό. Είχε «τάξει» βλέπετε στην κυρά Ντίνα πως θα την πήγαινε στο πανηγύρι της Παναγιάς της Φανερωμένης.
Τέλια Αυγούστου ήτανε και τα πανηγύρια όδευαν προς την δύση τους. Δυο σημαντικά του είχαν απομείνει ακόμα. Η Παναγιά η Φανερωμένη και τα Κιόνια. Δυο κι ήταν αδύνατο να λείψει από κάποιο.
Ετοιμάστηκε λοιπόν και κατέβηκε να στερεώσει το κάθισμα στο φορτηγάκι. Το κάθισμα στη θέση του συνοδηγού όπου κουνιόταν τόσο πολύ, ώστε εάν καθόσουν επάνω του, θαρρούσες πώς θα έβγαινες έξω από το αυτοκίνητο ενώ αυτό κινούνταν.
Του έριξε μια τεχνική ματιά. Μια δεύτερη άκρως τεχνική ματιά και μια τρίτη άκρως αποφασιστική. Μάλιστα! Είχε βρει τη λύση σταθεροποίησης. Σύρμα ούγια δεμένο από τον σκελετό. Γύρισε στο υπόγειο, πήρε ένα ταναλάκι κι έκοψε λίγο σύρμα από την περίφραξη του γείτονα. Ακολούθως επέστρεψε στο φορτηγάκι κι έδεσε σχετικά σταθερά το κάθισμα.
Είχε ολοκληρώσει την επισκευή όταν διαπίστωσε πώς η Ντίνα ήταν ήδη δίπλα του έτοιμη για το πανηγύρι.
«Εντάξει Γιάννη μου;» ρώτησε με γλυκιά φωνή.
«Ναι μωρέ το έφτιαξα» απάντησε ο Μπαρμπαγιάννης και με σβέλτες κινήσεις βρέθηκε στη θέση του οδηγού. Έβαλε τη μηχανή εμπρός και ξεκίνησαν για το πανηγύρι. Άλλωστε η Παναγιά ήταν πάντοτε μαζί τους, είτε ως εκπρόσωπος θρησκείας είτε ως επίκληση.
«Να βάλω τη ζώνη ασφαλείας Γιάννη μου;» ρώτησε η Ντίνα
«Ναι, να την βάλεις κι εδώ…, εδώ μωρή στην άκρη την έχω περάσει μέσα από το σύρμα» συμπλήρωσε με άκρως «ευγενική» λαλιά ο Μπαρμπαγιάννης, υποδεικνύοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να «κουμπωθεί» η ζώνη ασφαλείας. Η ευγένεια άλλωστε αποτελούσε βασικό του χαρακτηριστικό!
Πράγματι λοιπόν το κάθισμα ήταν τόσο σταθερό ώστε η Ντίνα θαρρούσε πως βρισκόταν σε άλλο αυτοκίνητο.
«Μπράβο Γιάννη μου» τον επιβράβευσε από τη χαρά της.
Ο Μπαρμπαγιάννης χαμογέλασε και για να δείξει ότι η κατασκευή του άντεχε σε υψηλότερους κραδασμούς αύξησε την ταχύτητα του φορτηγού. Η Ντίνα σχεδόν αμέσως πιάστηκε από την ζώνη ασφαλείας κι έσφιξε παράλληλα τα πόδια της στο πάτωμα.
Από την άλλη ο Μπαρμπαγιάννης είχε εκστασιαστεί από την απόδοση τόσο της κατασκευής όσο και του οχήματος κι αύξανε διαρκώς την ταχύτητα. Ενδέχεται μάλιστα να είχαν αγγίξει την ιλιγγιώδη ταχύτητα των εξήντα χιλιόμετρα την ώρα!!
Πέρασαν λοιπόν με ανάλαφρο βήμα πτηνού την πρώτη διασταύρωση αλώβητοι, τη δεύτερη επίσης και στην τρίτη συναντήθηκαν σχεδόν ακαριαία μ’ ένα Opel Manta κόκκινο όπου κινούνταν εγκαρσίως στη διερχόμενη οδό.
Ο εναγκαλισμός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βίαιος κι αγαπησιάρικος αφού και τα δυο οχήματα είχαν αρχίσει τις ακανόνιστες περιστροφές. Ο Μπαρμπαγιάννης κρατούσε μ’ αγωνία το τιμόνι και πατούσε το φρένο με όλη του τη δύναμη. Η κεντρομόλος όμως δεν άφηνε το όχημα ήσυχο, το οποίο ομοιάζον με ελικόπτερο περιστρεφόταν στο κέντρο της διασταύρωσης.
Ώσπου ξαφνικά η πόρτα του συνοδηγού άνοιξε, το σύρμα δεν άντεξε και το κάθισμα κατέστη εκτοξευόμενο μαζί με την Ντίνα και τη ζώνη ασφαλείας που την συγκρατούσε. Οι νόμοι της φυσικής ανέλαβαν τα υπόλοιπα και ακολουθώντας βαλλιστική τροχιά, η Ντίνα ευρέθη τουρλόκωλα ανάμεσα στα κλήματα της διπλανής ραζακιάς!
Το όχημα ευτυχώς σταμάτησε κι ο Μπαρμπαγιάννης με επικλήσεις σε όλους τους αγίους κατέβηκε αλώβητος από το φορτηγάκι! Κατέβηκε επιτιθέμενος στον οδηγό του ετέρου οχήματος, αγνοώντας πως η Ντίνα προσπαθούσε να ξεμπλέξει φουστάνια, σύρματα, κάθισμα και ζώνη στη διπλανή ραζακιά!
Αφού τελείωσε με τα «γαλλικά» άρχισε να ψάχνει την Ντίνα..
«Ντίναααα! Που είσαι μωρή;;;»
«Εδώ Γιάννη μου, εδώ στη ραζακιά» ακούστηκε μια φωνή πίσω από το φορτηγάκι.
«Εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ πήγες να φας σταφύλια μωρή;;;;» φώναξε ο Μπαρμπαγιάννης με νεύρα, θαρρώντας πως η Ντίνα ικανοποιούσε την όρεξή της!
