Τραχανάς και εκλογές (Του Χρήστου Καλαντζή)

Κρύο και μουντό πρωινό, η βροχή χτυπούσε με μανία πάνω στα ξύλινα παντζούρια κάνοντας τον μπάρμπα Χρήστο να σφίγγει με δύναμη τη μάλλινη κουβέρτα επάνω του. Το κρύο μέσα στην κάμαρη ήταν αρκετό κι εμπόδιζε τα βλέφαρα να κλειδώσουν ώστε να κοιμηθεί για λίγο ακόμα. Σήκωσε το κουρασμένο του χέρι και σκούντησε την κυρά, τη συνοδοιπόρο της ζωής του για δεκαετίες τώρα.
- «Σήκω» της είπε, «σύρε και φτιάξε τραχανά κι εγώ θ΄ ανάψω τη σόμπα.»
Πράγματι η κυρά Δέσποινα σηκώθηκε, με γρήγορες κινήσεις δυνάμωσε το φως της λάμπας πετρελαίου και χάθηκε στο μισοσκόταδο της κουζίνας. Το ηλεκτρικό βλέπετε δεν είχε φθάσει ακόμα στο χωριό, παρά μονάχα στις μεγάλες πόλεις. Ήταν η εποχή αμέσως μετά τον μεγάλο πόλεμο κι οι δουλειές ήταν δύσκολες και κοπιαστικές. Ο κόσμος είχε ακόμα φόβο στα μάτια του, φόβο μα και χαρά, μιας κι είχαν να αντιμετωπίσουν μονάχα την πείνα κι όχι τις μπόμπες του κατακτητή και των συνεργών του, που μετατράπηκαν σε «εθνάρχες κι ευεργέτες» πολύ αργότερα.
Σηκώθηκε ο μπάρμπα Χρήστος με τη σειρά του κι έβαλε την αφάνα στη σόμπα, την αφάνα και μερικά ξερά ξύλα. Έβαλε κι ένα σπίρτο. Η μικρή φλόγα άρχισε να μεγαλώνει πίσω από το καπνισμένο τζάμι του θαλάμου καύσης. Άπλωσε το χέρι και έπιασε το τσουκάλι με το νερό που ήταν επάνω στη σόμπα, σήκωσε το καπάκι και κοίταξε μέσα, γεμάτο ήταν! «Θα το γέμισε χθες η κυρά..» σκέφθηκε κι άφησε το καπάκι στη θέση του.
Γύρισε και κάθισε στο τραπέζι που βρισκόταν δίπλα. Πήρε στα χέρια το παλιό ράδιο που του είχε φέρει ο ξάδερφος από την Αθήνα. Το άνοιξε, το κούνησε λίγο ώστε οι μπαταρίες να πάνε στη θέση τους και να δώσουν ρεύμα. Ο χαρακτηριστικός ήχος «των κουδουνιών του κοπαδιού» ξεπήδησε από το ηχείο κι ακολούθησε ο εθνικός ύμνος. Ο μπάρμπα Χρήστος περίμενε την πρόγνωση του καιρού, την πρόγνωση που θα του επέτρεπε να αποφασίσει εάν θα πάει στο χωράφι ή στον καφενέ.
«…Ο καιρός νεφελώδης με βροχές και καταιγίδες…» ακούστηκε από το ηχείο του ραδιοφώνου. Σήκωσε το χέρι και χάιδεψε τη μουστάκα του περιμένοντας να ακούσει το δελτίο ειδήσεων που ακολουθούσε. Από το βάθος φάνηκε η κυρά του κρατώντας δυο πιάτα με τραχανά. Τα ακούμπησε επάνω στο τραπέζι κι έβγαλε από την ποδιά της δυο κουτάλια αλλά και δυο «κόρες» ξερό ψωμί.
- «Μπράβο ρε κυρά» φώναξε ο μπάρμπα Χρήστος βουτώντας παράλληλα το κουτάλι με το χέρι.
- «Περίμενε χριστιανέ μου..» του φώναξε η κυρά Δέσποινα, «περίμενε να κάτσω κι εγώ να φάμε μαζί… ώχου!»
Πράγματι περίμενε για λίγο την κυρά του να καθήσει. Ακολούθως βούτηξε το κουτάλι στον καυτό τραχανά και άρχισε να φυσά και να ρουφά με μανία.
Το δελτίο ειδήσεων άρχισε να ακούγεται από το ηχείο του ραδιοφώνου και ως δια μαγείας η λήξη συνοδεύτηκε με το άδειο του πιάτο. Σηκώθηκε έπιασε ένα χοντρό σκουτί από τον καλόγερο πίσω του και βγήκε έξω στην αυλή. Κάθησε σε μια κοτρόνα δίπλα στην πόρτα και φόρεσε τις αρβύλες. Ακολούθως πήρε το δρόμο για τον καφενέ, άλλωστε με τέτοιο καιρό δεν είχε που αλλού να πάει; Είχε περάσει βλέπετε κι η εποχή που γύριζε γύρω από τα φουστάνια της κυρά Δέσποινας. Είχε περάσει τα εξήντα αλλά η κορμοστασιά του ήταν ακόμα γερή.
Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα του καφενέ και μπήκε μέσα.
- «Μανώλη καλημέρα» φώναξε στον καφετζή «φτιάξε ένα γλυκύ βραστό.»
Το καφενείο ήταν άδειο και αρκετά κρύο μιας κι η ξυλόσομπα στο κέντρο του δεν είχε προλάβει ακόμα να ζεστάνει τον χώρο. Πράγματι ο καφετζής έφερε τον καφέ και κάθισε δίπλα.
- «Τι νέα ρε Χρήστο;» τον ρώτησε. «Άκουσες τίποτα καινούριο στο ράδιο;»
- «Όχι μωρέ… να κρύο θα έχει και βροχές! Ά! Περιμένουμε και εκλογές την άνοιξη.»
Ο Μπάρμπα Χρήστος ρούφηξε τον καφέ κι έβγαλε το κομπολόι από την τσέπη. Έπλεξε τις χάντρες στα δάχτυλα κι η ματιά του στάθηκε όξω στην πλατεία όπου η βροχή χτυπούσε με μανία το χώμα.
- «Τι να ψηφίσουμε μωρέ;» Ρώτησε χαμηλόφωνα ο καφετζής μιας κι οι τοίχοι είχαν αφτιά. «Τι να ψηφίσουμε; Οι δωσίλογοι θα κυβερνήσουν πάλι…»
Ο Μπάρμπα Χρήστος γύρισε τη ματιά του επάνω στον μπάρμπα Μανώλη.
- «Μανώλη, το αίμα δεν ξεπλένεται με αίμα, ξεπλένεται με νερό. Δεν έχουμε την πολυτέλεια γι’ άλλους σκοτωμούς». Αποκρίθηκε με ένταση στη φωνή του. «Τώρα είναι η εποχή να προστατέψουμε τα παιδία μας που έφυγαν για την Αθήνα. Είναι η ώρα να τιμήσουμε τ’ αδέρφια μας που έμειναν για πάντα στο βουνό.»
Ο Μπάρμπα Μανώλης σηκώθηκε και πήγε στο βάθος του καφενέ, πήρε ένα μπουκάλι τσίπουρο κι ένα μπρίκι. Το γέμισε και το έβαλε επάνω στη σόμπα ανακατεύοντάς το παράλληλα. Σε λίγο το τσίπουρο ζεστάθηκε και φούσκωσε αφήνοντας λίγη από τη σπιρτάδα του στον χώρο. Γύρισε το περιεχόμενο σε δυο ποτήρια και τα πήγε στο τραπέζι του μπάρμπα Χρήστου. Κάθησε δίπλα και σηκώνοντας το ποτήρι φώναξε…
- «Στην υγεία μας ρε Χρήστο, στην υγεία μας!»
- «Ναι και στην ειρήνη» ανταπάντησε ο μπάρμπα Χρήστος, «…στην ειρήνη ρε που δεν είναι σίγουρη, στην ειρήνη και τη λευτεριά που εύκολα τη λες και δύσκολα την έχεις.»
Σήκωσε το ποτήρι και το έφερε στο στόμα. Το καυτό τσίπουρο ζέστανε το μέσα του, αλλά και τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο γι’ αυτόν και τα παιδία του. Κυρίως για τα παιδιά του…

