Πράξη Θ’ Η Ανάσταση (Του Χρήστου Καλαντζή)

Με θυμάμαι ως παιδί, όσο μπορώ τουλάχιστον, τέτοια εποχή να μετρώ τις ώρες κάτω από τους βαριούς πολυελαίους της Aγίας Παρασκευής στη Γονούσσα. Η Μεγάλη Εβδομάδα στο μυαλό μου ήταν μια παράξενη εισβολή του πένθους μέσα στην άνοιξη.
Θυμάμαι εκείνη την ακατανόητη αίσθηση του χρέους προς τη γιαγιά και την οικογένεια, να συμμετάσχω σε κάτι που δεν καταλάβαινα! Θυμάμαι τη μυρωδιά του λιβανιού να με πνίγει και τους ύμνους να ηχούν στα αυτιά μου σαν μια μακρινή, «Κινέζικη» γλώσσα.
Τότε η εκκλησία ήταν μια υποχρεωτική στάση σε μια διαδρομή που δεν είχα επιλέξει. Ένα εμπόδιο στη νεανική μου επαναστατικότητα! «Γιατί να πάω; Τι μου προσφέρει;» διατυμπάνιζα σε κάθε συζήτηση!
Όμως ο χρόνος ίσως να έχει ένα τρόπο να μεταφράζει τους αρχαίους ψαλμούς σε μαθήματα επιβίωσης.
Σκεφτείτε το λίγο!
Όλα ξεκινούν με την άβολη υπενθύμιση πως η βιτρίνα μας, όσο λαμπερή κι αν είναι, παραμένει άδεια αν δεν φέρει καρπούς. Η συκιά που ξεράθηκε (Μ. Δευτέρα ιστορία της «ξηρανθείσης συκής») ίσως να είναι ο καθρέφτης της εποχής μας, της εποχής της εικόνας και του φαίνεσθαι.
Και μετά; Και μετά η Μεγάλη Πέμπτη, είναι η μέρα που η ταπεινότητα παύει να λειτουργεί ως παθητική λέξη και γίνεται μια επαναστατική πράξη. Ο «Ηγέτης» σκύβει να πλύνει τα πόδια των μαθητών του.
Μάλλον η πραγματική αρχοντιά δεν βρίσκεται στο να κοιτάς τους άλλους από ψηλά, στο να κατέχεις αξιώματα, αλλά στο να έχεις το θάρρος να γονατίσεις μπροστά στην ανάγκη τους.
Ίσως να είναι το μάθημα που λείπει περισσότερο από τον κόσμο μας σήμερα. Η παραδοχή πως η ισχύς μας μετριέται από το πόσα προσφέρουμε κι όχι από το πόσα βουτάμε!
Κι ύστερα; Κι ύστερα έρχεται η νύχτα της προδοσίας, εκεί που το «φιλί» γίνεται το πιο κοφτερό μαχαίρι. Ποιος από εμάς δεν ένιωσε ποτέ το βάρος μιας αθέτησης υπόσχεσης; Ποιος δε στάθηκε στη δική του Γεθσημανή παλεύοντας με το φόβο και τη μοναξιά ζητώντας από το πεπρωμένο να τον βοηθήσει;
Υπό αυτή την οπτική γωνία η Μεγάλη Παρασκευή δεν είναι πια μια θρησκευτική τελετή, αλλά η συλλογική μας κραυγή μπροστά στην αδικία! Ο Επιτάφιος που περιφέρεται στους δρόμους κουβαλάει μαζί του όλες μας τις απώλειες, τις ματαιώσεις και τις στιγμές που νιώσαμε πως αποτύχαμε οριστικά.
Είναι η μέρα που η σιωπή γίνεται η πιο δυνατή προσευχή, μια αισθητική του πόνου που μας υποχρεώνει να αντέχουμε το αβέβαιο.
Μας μαθαίνει να στεκόμαστε όρθιοι ακόμα και όταν η «σταύρωση», η αποτυχία, η ήττα μοιάζει αναπόφευκτη.
Ίσως όμως η διαδρομή να μην σταματά στον τάφο.
Το Μεγάλο Σάββατο είναι η ιερή αναμονή, εκείνη η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην απόγνωση και την ελπίδα. Η Ανάσταση, αν την απογυμνώσουμε από το δόγμα, παραμένει μάλλον το πιο συγκλονιστικό ανθρώπινο δικαίωμα.
Το δικαίωμα στη νέα αρχή.
Είναι η βαθιά πίστη πως κανένα σκοτάδι δεν είναι αιώνιο και πως η ανθρώπινη ψυχή έχει την τρομερή ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες της.
Ίσως τελικά να μην πηγαίνουμε πια στην εκκλησία από παιδικό καταναγκασμό, αλλά από μια ενήλικη ανάγκη να βρούμε τη δύναμη για το δικό μας «restart», για τη δική μας επανεκκίνηση.
Είναι η ετήσια υπενθύμιση πως το να είσαι άνθρωπος είναι ένας διαρκής Γολγοθάς, αλλά ταυτόχρονα και η μόνη Ανάσταση που αξίζει να επιδιώκει κανείς.
Ίσως αυτό να ήταν το μήνυμα που το παιδί που ήμουν κάποτε δεν μπορούσε να συλλάβει, αλλά που σήμερα έχει απόλυτη ανάγκη να πατήσει το κουμπί της επανεκκίνησης σε κάθε αποτυχία.
Ίσως τελικά η Ανάσταση να μην είναι θαύμα αλλά απόφαση!
