Όταν τα λεφτά δεν αγοράζουν ψωμί (Του Χρήστου Καλαντζή)

Όταν τα λεφτά δεν αγοράζουν ψωμί (Του Χρήστου Καλαντζή)

Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής

Με τούτα και με κείνα φθάνουμε στην εθνική μας εορτή της 28ης Οκτωβρίου. Τυμπανοκρουσίες και λαμπρές παρελάσεις θα λάβουν χώρα σε όλη την επικράτεια! Θα φουσκώσουμε όλοι από περηφάνια κι από δανεική αξιοπρέπεια.

Αξιοπρέπεια… ωραία λέξη! Αλλά λίγο δύσκολο να τη βρεις. Απαιτείται… πώς να το πω, ανασκαφή!

Να! Για παράδειγμα, σε ένα από εκείνα τα περίφημα βίντεο αυτογνωσίας του δημάρχου έπιασα μια φράση εξαιρετική «…θα γίνουμε φορογδύτες για να πληρώνουμε τους ιδιώτες!»

Σωστά! Φαντάζομαι πως η μετάβαση στην ΠΕΔ Πελοποννήσου θα έγινε με ένα από εκείνα τα θηριώδη αγροτικά που αγοράσαμε! Ναι, ναι, αυτά που έχουν οι αντιδήμαρχοι και σουλατσάρουν, αντί να έχουμε ένα ακόμη απορριμματοφόρο στη διάθεσή μας!

Επανάσταση σύντροφοι, επανάσταση! Αυτό να λέγεται!

Όμως, όταν ξοδεύεις χωρίς ουσία, χωρίς σκοπό και χωρίς παραγόμενο αποτέλεσμα, ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό;

Η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου λοιπόν!

Ποιος πληρώνει;

Διάβαζα τις προάλλες ένα κείμενο για τον πληθωρισμό και τον λιμό στην Ελλάδα της Κατοχής. Στην αρχή, όπως συνήθως συμβαίνει με τέτοια κείμενα, έβλεπα αριθμούς, τιμές, δραχμές, μισθούς, ποσοστά, δαπάνες κατοχής. Μέχρι που κάποια στιγμή οι αριθμοί τελείωσαν κι άρχισαν να παρελαύνουν οι άνθρωποι.

Ναι, ναι, σαν την παρέλαση της επετείου μας. Σαν την παρέλαση του δημάρχου στην ΠΕΔ Πελοποννήσου.

Τον Απρίλιο λοιπόν του 1941 η Ελλάδα βρίσκεται υπό Κατοχή. Ο πόλεμος έχει ήδη πληγώσει την οικονομία, η παραγωγή περιορίζεται, οι μεταφορές διαταράσσονται κι η χώρα καλείται πλέον να συντηρήσει και τα στρατεύματα κατοχής. Οι λεγόμενες «δαπάνες κατοχής» γίνονται ένα τεράστιο βάρος για μια οικονομία που ήδη βρίσκεται στα γόνατα.

Όταν λοιπόν τα χρήματα δεν φτάνουν, ανακαλύπτεται η παλιά, η εύκολη και καταστροφική λύση.

Τυπώνεις!

Ύστερα;

Τυπώνεις κι άλλο!

Η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται, ενώ τα πράγματα που μπορείς να αγοράσεις με αυτό λιγοστεύουν. Οι τιμές ανεβαίνουν, οι μισθοί προσπαθούν να ακολουθήσουν ασθμαίνοντας κι η δραχμή χάνει καθημερινά την αξία της.

Στο κείμενο υπάρχει ένα στοιχείο που σχεδόν με συγκλόνισε. Το κατοχικό μάρκο τον Ιούνιο του 1941 είχε ισοτιμία 1 προς 194,6 δραχμές και στο τέλος της Κατοχής έφτασε σε ισοτιμία 1 προς 194,3 δισεκατομμύρια δραχμές.

Δηλαδή ο πληθωρισμός έπαψε να είναι οικονομικός όρος κι έγινε καθημερινότητα.

Σκεφθείτε το λίγο. Παίρνεις τον μισθό σου και βιάζεσαι να τον ξοδέψεις. Όχι επειδή είσαι σπάταλος, αλλά επειδή ξέρεις ότι αύριο θα αξίζει λιγότερο. Αν βρεις κάτι να αγοράσεις σήμερα, το αγοράζεις σήμερα! Διότι αύριο μπορεί να κοστίζει πολύ περισσότερο.

Το χρήμα δηλαδή υπάρχει παντού χωρίς να αξίζει σχεδόν τίποτα.

Η κοινωνική εξαθλίωση όμως δεν εξηγείται μόνο από το τύπωμα χρήματος. Η γεωργική παραγωγή είχε περιοριστεί, η χώρα είχε χάσει σημαντικές παραγωγικές περιοχές, οι μεταφορές είχαν διαταραχθεί κι η μεταφορά τροφίμων προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Τότε συμβαίνει κάτι που σήμερα μας φαίνεται σχεδόν αδιανόητο. Οι άνθρωποι αρχίζουν να μη θέλουν χρήματα. Τι να τα κάνουν άλλωστε; Ο αγρότης που έχει λάδι, στάρι ή αυγά γνωρίζει ότι αυτά αύριο θα εξακολουθούν να είναι λάδι, στάρι κι αυγά.

Έτσι μια χώρα του εικοστού αιώνα αρχίζει να επιστρέφει στην ανταλλαγή.

Μαζί μεγαλώνει κι η μαύρη αγορά. Όποιος έχει τρόφιμα έχει δύναμη. Όποιος έχει πρόσβαση στην παραγωγή διαθέτει κάτι πολυτιμότερο από χρήματα, έχει φαγητό!

Εκείνος που δεν έχει, πουλάει. Στην αρχή ό,τι του περισσεύει, ύστερα ό,τι δεν του είναι απαραίτητο και μετά ό,τι έχει στα χέρια του. Ύστερα έρχεται ο χειμώνας του 1941-1942.

Στην Αθήνα και στον Πειραιά η κατάσταση γίνεται τραγική. Η έλλειψη τροφίμων, η αποδιοργάνωση της αγοράς, ο αποκλεισμός και η οικονομική κατάρρευση δημιουργούν έναν θανατηφόρο συνδυασμό.

Οι άνθρωποι πεινούν! Όχι «πεινάω» όπως το λέμε εμείς λίγο πριν το μεσημεριανό. Πεινούν πραγματικά!

Οι εικόνες που περιγράφονται είναι δύσκολο να χωρέσουν σε αριθμούς. Άνθρωποι εξαντλημένοι στους δρόμους, παιδιά που αναζητούν τροφή, οικογένειες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Στο τέλος του 1941 οι συνθήκες στην Αθήνα χαρακτηρίζονται τραγικές, ενώ τους επόμενους μήνες η θνησιμότητα αυξάνεται δραματικά.

Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που με έκανε να σταματήσω το διάβασμα.

Οι οικογένειες πολλές φορές δεν δήλωναν αμέσως τον θάνατο ενός δικού τους ανθρώπου, επειδή ήθελαν να χρησιμοποιήσουν το δελτίο τροφίμων του για λίγο ακόμη.

Σκεφθείτε το λίγο.

Έχει πεθάνει ο άνθρωπός σου κι εσύ, αντί να μπορείς απλώς να τον πενθήσεις, πρέπει να σκεφτείς τους ζωντανούς. Τα παιδιά σου, τη γυναίκα σου, τον άντρα σου, τους γονείς σου. Πρέπει να σκεφτείς το επόμενο κομμάτι ψωμί!

Κάπου εκεί ο πληθωρισμός σταματά να είναι γράφημα. Γίνεται η μάνα που κοιτάζει το λίγο φαγητό και μετράει πρώτα τα παιδιά.

Έκλεισα το βιβλίο κι αναρωτήθηκα,  «…τι πραγματικά θα πρέπει να μνημονεύουμε στις επετείους; Τι θα πρέπει να θυμόμαστε; Ποιό είναι το μήνυμα που θα πρέπει να μεταφέρουμε στα παιδιά μας;»

Προσωπικά θα ήθελα να μνημονεύεται εκείνο το δελτίο τροφίμων. Εκείνος ο άνθρωπος που αντάλλασσε τα υπάρχοντά του για λίγες ημέρες ζωής. Εκείνη η μάνα που έπρεπε να μοιράσει ένα κομμάτι ψωμί στα παιδιά της.

Γιατί η ιστορία έχει ένα περίεργο ελάττωμα. Τη γράφουμε με ημερομηνίες, αριθμούς, στρατηγούς, κυβερνήσεις, μάχες και συνθήκες. Αλλά τη ζουν άνθρωποι! Άνθρωποι που φοβούνται, αγαπούν, χάνουν, πεινούν και στο τέλος παραμένουν πάντοτε οι πραγματικοί αποδέκτες των συνεπειών των πολιτικών αποφάσεων.

Ίσως αυτό θα πρέπει να θυμόμαστε όταν ακούμε λέξεις όπως «πληθωρισμός», «ύφεση», «νομισματική κρίση» ή «πόλεμος».

Πίσω από κάθε οικονομική κρίση υπάρχει ένα σπίτι. Πίσω από κάθε ποσοστό υπάρχει μια οικογένεια και πίσω από κάθε δημόσια σπατάλη υπάρχει ένας λογαριασμός που κάποιος πρέπει να πληρώσει.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, ευτυχώς δεν έχουμε πόλεμο. Δεν έχουμε κατοχικά στρατεύματα, δεν έχουμε κατοχικά μάρκα, δεν τυπώνουμε δραχμές για να συντηρήσουμε έναν στρατό κατοχής. Έχουμε όμως κάτι πολύ παλιό και πολύ γνώριμο… τον λογαριασμό!! Και αυτός, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, έχει ένα περίεργο συνήθειο, καταλήγει σχεδόν πάντα στον ίδιο. Στον πολίτη!

Είτε πρόκειται για τη μεγάλη εθνική πολιτική είτε για τη μικρή τοπική της εκδοχή, η σπατάλη παραμένει σπατάλη. Φόροι που δεν μετατρέπονται σε υπηρεσίες, δαπάνες χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, επιλογές που εξυπηρετούν περισσότερο την εικόνα παρά την ανάγκη. Τροχοφόρα σουλατσαρίσματος αντί για παραγωγικά απορριμματοφόρα!

Ύστερα; Ύστερα έρχεται η μεγάλη ανακάλυψη!

«…θα γίνουμε φορογδύτες για να πληρώνουμε τους ιδιώτες!»

Ε, όχι ακριβώς.

Πατριώτη πρώτα αποφασίζεις πού πηγαίνουν τα λεφτά και μετά αποφασίζεις ποιον θα γδύσεις για να τα βρεις.

Πρώτα αποφασίζεις και μετά αλλάζεις Νομό για να του το πεις!

Ζήτω η επανάστασις!

Εδώ θα βρείτε το σχετικό βίντεο του δημάρχου.

Google+ Linkedin