Πράξη Β’ Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε (Του Χρήστου Καλαντζή)

Πέρασε η πρώτη εβδομάδα της Αγίας Τεσσαρακοστής κι ο Κιατανιώτης ευσεβής, (εγώ δηλαδή) βρίσκεται σε εκείνο το στάδιο όπου η πνευματική ανάταση συγκρούεται βιαίως με το κενό του στομάχου. Είναι βλέπετε η περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος παύει πλέον να βλέπει τον πλησίον του ως αδελφό, ως συνάνθρωπο κι αρχίζει να τον γλυκοκοιτάζει ως εν δυνάμει μεζέ.
Μετά τις ομολογουμένως άκρως επιτυχημένες αποκριάτικες πανήγυρεις της πόλης μας, όπου «η αφροσύνη» μεταμφιέσθηκε σε θέαμα κι όχι άρτον, πραγματοποιήθηκε απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα του ταραμά. Είναι δε άξιο παρατήρησης, τουλάχιστον με τα δικά μου μάτια, πώς ο Δήμος μας, με την σοφία που τον διακρίνει, επέλεξε να διχοτομήσει την «ευσέβεια»! Οι μεν αποκριάτικες εκδηλώσεις περιορίσθηκαν στο «κοσμικό» Κιάτο, η δε Καθαρά Δευτέρα μεταφέρθη μετά βαΐων και κλάδων στο «κοσμικότατο» Κρυονέρι. Μεταφέρθη συνεχίζοντας με τεράστια επιτυχία τη μετάλλαξη των «πολιτών» σε «πελάτες» και τη διαχρονική βέβαια ενσωμάτωση της αναγκαίας «αντιπολίτευσης» στην απαιτούμενη «συμπολίτευση».
Στο «κοσμικότατο» Κρυονέρι, σε αυτή την ορεινή συμπρωτεύουσα του Δήμου μας, η πολιτική συνυπάρχει αρμονικά με τη θεολογία. Σε αυτό το ιερό καταφύγιο, μεταξύ της Λέχωβας και της λαγάνας, ο πιστός, αφού καταβρόχθισε τη φασολάδα (ή τη ρεβυθάδα) που του χορηγήθηκε, ατενίζει με ευλάβεια τον άρχοντα του τόπου να κραδαίνει την «κουτάλα» έμπροσθεν της νεόδμητης πλατείας. Τον ατενίζει θαρρώντας πως η επιβίωσή του, όπως κι η σωτηρία της ψυχής, απαιτεί συντριπτικά ποσοστά κι ακλόνητη πίστη στην κάλπη, υπό το φως βέβαια της αναζήτησης «χορηγού πεινακίου φακής» για την εξόφληση της ολοκαίνουριας ταμπέλας.
Αφήνοντας πίσω μας τη συμπρωτεύουσα κατηφορίζουμε και πάλι στο Κιάτο το «Μαγευτικό»! Στην πρωτεύουσα δηλαδή, όπου η κορύφωση του εβδομαδιαίου δράματος συντελείται κάθε Παρασκευή απόγευμα κατά την ακολουθία των Χαιρετισμών. Ετούτη την εβδομάδα στους ναούς μας, εμπρός στο «Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε», η κατάνυξη υποχωρεί ευγενώς προ της υψηλής ραπτικής και της πολιτικής ματαιοδοξίας των «εκκλησιαζόντων πελατών».
Πρώτοι και καλύτεροι βέβαια προσέρχονται οι «άρχοντες» του τόπου, οι οποίοι καταλαμβάνουν «δικαιωματικά» τα πρώτα στασίδια με τη σοβαρότητα των ανθρώπων που θαρρούν πως η θέση τους στην εκκλησία προεξοφλεί και τη θέση στην επόμενη κάλπη, αλλά και στον παράδεισο φυσικά. Από την άλλη οι κυρίες της πόλης εξετάζουν μετά προσοχής εάν η απέναντι πιστή «επαναλαμβάνει» το περσινό της ταγιέρ. Είναι μία ιερά υποχρέωση όπου η ευσέβεια μετράται με την ποιότητα του υφάσματος κι η ταπεινοφροσύνη με το ύψος του τακουνιού. Όπως και να το δεις αποτελεί κι αυτό ένα «μέτρο αβροσύνης» βεβαίως βεβαίως!
Εν κατακλείδι, τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό, η νηστεία συγκρούεται στις συμπληγάδες της βιολογικής ανάγκης και της κοινωνικής επίδειξης. Ο πιστός (εγώ δηλαδή) υποφέρει, όχι διότι στερείται την τροφή, αλλά διότι στερείται την ελευθερία να φανεί «αμαρτωλός» ελέω πεθεράς. Περιμένει με ανυπομονησία το Σάββατο, ελπίζοντας πως ο «Κύριος» θα εκτιμήσει την υπομονή του ή τουλάχιστον την κομψότητά του κατά τους Χαιρετισμούς (όπου δεν παρέστη) και θα «φωτίσει» την πεθερά ώστε να βάλει τον μπακαλιάρο σε μορφή σούπας στο τσουκάλι συνοδευόμενη από μια άκρως εξαιρετική «Στροφιλιά λευκό οίνο» σε μπουκάλι βεβαίως βεβαίως!
…του μπεί κοντίνιουεντ…
