Ο Μακιαβέλι και οι Τεμαχιστές της Πίτας
Απέραντο εργαστήριο ζαχαροπλαστικής θυμίζει η χώρα κάθε Γενάρη. Πρόεδροι κάθε λογής ακονίζουν τα μαχαίρια τους, τοπικοί σύλλογοι παραγγέλνουν βασιλόπιτες με το κιλό και οι δημότες σπεύδουν να πιάσουν «τραπέζι πίστα» για τη μεγάλη ετήσια δόση πολιτικής γλυκόζης.
Ειδικά στο Κιάτο, η διατροφική εγγύηση συνοδεύεται από την ειδική «οδηγία» του Δημάρχου για τις γιορτές: «Τέρμα οι θερμίδες! Γιορτή παντού!». Έτσι, ο δημότης καταναλώνει άφοβα τις «θερμίδες ελπίδας» που αφειδώς του προσφέρονται τόσο στις κοπές βασιλόπιτας όσο και στο TikTok από τον Σπύρο, έστω κι αν γνωρίζει καλά πως η θρεπτική αξία του αποτελέσματος θα είναι μηδαμινή, μόλις καθαρίσει το τραπέζι.
Τι να λέμε, πατριώτη… Αν ο Μακιαβέλι ζούσε σήμερα, δεν θα έγραφε τον «Ηγεμόνα», αλλά τον «Τεμαχιστή της Πίτας».
Η λατρεία του «δήθεν» βρίσκει την απόλυτη δικαίωσή της πάνω σε ένα ταψί πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη. Η υπερβολική χρήση της άχνης δεν είναι διόλου τυχαία· λειτουργεί ως ένα επικοινωνιακό σύννεφο που τυφλώνει το εκλογικό σώμα. Ο πολίτης καλείται να ξεχάσει την ακρίβεια, την ανεργία ή την υποβάθμιση της πόλης του, εστιάζοντας με αγωνία στο ποιος θα βρει το κομμάτι με το μέταλλο.
Είναι η στιγμή που η πολιτική ένδεια μυρίζει μαχλέπι, ναρκώνοντας την κοινή γνώμη με μια πρόσκαιρη αίσθηση γιορτής. Είναι η εποχή που κάθε πολιτικός ή αυτοδιοικητικός, ο οποίος σέβεται το απολιτίκ εκλογικό του κοινό, δεν παράγει πολιτική αλλά «υποσχέσεις ζαχαροσκόνης», περιμένοντας τις επόμενες εκλογές για να επισφραγίσει την επικοινωνιακή του κυριαρχία.
Συμπερασματικά, λοιπόν, η βασιλόπιτα παραμένει το απόλυτο «αρωματικό» της εξουσίας: καλύπτει τη μυρωδιά της στασιμότητας με τη μοσχοβολιά του βουτύρου και την πίκρα της καθημερινότητας με μια γενναία δόση δημοτικής γλυκαντικής ουσίας. Είναι το ετήσιο λίφτινγκ της παρακμής, πασπαλισμένο με λευκή σκόνη που τυφλώνει το βλέμμα.
Όπως θα έλεγε και ο Γεώργιος Σουρής:
Όταν η τσέπη είναι αδειανή και ο νους σε ένδεια πέφτει,
η πίτα βγαίνει στο ταψί και την αλήθεια κλέβει·
μοσχοβολάει το μαχλέπι, το μάτι γαληνεύει,
κι η άχνη κάνει τη φτώχεια μας… να μοιάζει πως χορεύει!
