«Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ»: Το απόλυτο τεκμήριο μιας πνευματικής εποποιίας
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη του προβολή, το κινηματογραφικό αριστούργημα «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» παραμένει η απόλυτη οπτικοποίηση των Θείων Παθών, μέσα από τη ματιά του Ιταλού δημιουργού Φράνκο Τζεφιρέλι που επιδίωξε να συναντήσει το Θείο στην ανθρώπινη φύση.
Κάθε χρόνο, καθώς μπαίνουμε στην καρδιά της Μεγάλης Εβδομάδας, μια συγκεκριμένη μουσική υπόκρουση και ένα διαπεραστικό γαλάζιο βλέμμα επιστρέφουν στις οθόνες μας. Ο «Ιησούς από τη Ναζαρέτ» του Φράνκο Τζεφιρέλι δεν είναι απλώς μια θρησκευτική παραγωγή· είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο που κατάφερε να ενώσει πιστούς και μη κάτω από μια κοινή αισθητική δέους.
Ο ίδιος ο Τζεφιρέλι, άλλωστε, δεν έβλεπε το έργο του ως μια απλή καταγραφή. «Δεν ήθελα να κάνω μια ταινία για τη θρησκεία, αλλά μια ταινία για το θείο που κρύβεται μέσα στον άνθρωπο», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. «Ήθελα ο θεατής να νιώσει ότι ο Χριστός δεν είναι μια μακρινή φιγούρα από τα βιβλία, αλλά κάποιος που περπάτησε ανάμεσά μας, που ίδρωσε, που πόνισε».
Ήταν το 1977 όταν ο Ιταλός σκηνοθέτης παρουσίασε τη δική του εκδοχή για τη ζωή του Χριστού. Με έναν προϋπολογισμό που για την εποχή φάνταζε εξωπραγματικός και γυρίσματα στις ερήμους του Μαρόκου και της Τυνησίας, η μίνι σειρά έθεσε νέα στάνταρ. Ο Τζεφιρέλι συνέθεσε ένα μωσαϊκό από θρυλικούς ηθοποιούς, με την επιλογή της Ολίβια Χάσεϊ στο ρόλο της Παναγίας να ξεχωρίζει. Για εκείνον, η Χάσεϊ εξέφραζε «μια αιώνια νεότητα, τη νεότητα της αγνότητας», προσθέτοντας πως «η Ολίβια δεν έπαιξε τη Μαρία, έγινε η Μαρία».
Ο άνθρωπος πίσω από το «μαγνητικό» βλέμμα
Το μεγαλύτερο ρίσκο ήταν η επιλογή του Ρόμπερτ Πάουελ. Ο Τζεφιρέλι είχε παραδεχτεί πως «δεν έψαχνα απλώς έναν ηθοποιό, έψαχνα μια μορφή που να μπορεί να σταθεί ανάμεσα στο ανθρώπινο και το θείο. Όταν είδα το βλέμμα του Ρόμπερτ, κατάλαβα ότι είχα βρει αυτό που η χριστιανοσύνη είχε φανταστεί για αιώνες».
Για να πετύχει αυτό το υπερκόσμιο αποτέλεσμα, ο σκηνοθέτης κατέφυγε σε μια μοναδική τεχνική οδηγία: ζήτησε από τον Πάουελ να μην ανοιγοκλείνει σχεδόν ποτέ τα βλέφαρά του μπροστά στην κάμερα. «Ήθελα το βλέμμα του να είναι μια διαρκής επαφή με το άπειρο», εξήγησε αργότερα. «Αυτό δημιούργησε μια μαγνητική, σχεδόν υπνωτική επίδραση στο κοινό».
Παρά την αποθέωση, ο δημιουργός δεν έκρυψε ποτέ το βάρος της ευθύνης που ένιωθε στους ώμους του. «Ήξερα ότι αν αποτύγχανα, θα αποτύγχανα απέναντι σε δισεκατομμύρια ανθρώπους», εξομολογήθηκε. Όταν όμως είδε την παγκόσμια απήχηση, ένιωσε δικαιωμένος: «Το έργο αυτό δεν ανήκει πια σε μένα, αλλά στην ανθρωπότητα. Είναι το πιο ταπεινό μου δώρο στην τέχνη».
Στην Ελλάδα, η σειρά έχει μετατραπεί σε έναν ακλόνητο τηλεοπτικό θεσμό, ένα τελετουργικό που σηματοδοτεί την πορεία προς την Ανάσταση. Σήμερα, στην εποχή των ψηφιακών εφέ, το έπος του Τζεφιρέλι παραμένει μια ζωντανή απόδειξη ότι η αληθινή τέχνη έχει τη δύναμη να νικά τον χρόνο και να αγγίζει την αιωνιότητα.
