Η Ρίζα (Του Χρήστου Καλαντζή)

Η Ρίζα (Του Χρήστου Καλαντζή)
Του Χρήστου Καλαντζή*

Χρήστος Καλαντζής
Κυριακή απόγευμα ήταν που παρήγγειλα έναν ελληνικό καφέ στον καφενέ στη Λαύκα. Κυριακή, χειμωνιάτικο δειλινό δίπλα στην ξυλόσομπα. Παρήγγειλα κι.. η ησυχία, η γαλήνη, με οδήγησαν στα παιδικά μου χρόνια στη Γονούσσα. Θυμήθηκα το χωριό, τότε που είχε κόσμο, είχε βοή κι αντάρα βρε παιδί μου. Είχε τη γιαγιά μου να τσακώνεται με τη γειτόνισσα και τη θειά μου την παπαδιά, να μας «κυνηγάει» να φάμε και να πάμε στην εκκλησία! Ήταν η εποχή όπου η δουλειά ήταν μέρος της ζωής και όχι η ζωή μέρος της δουλειάς.
Κι ύστερα; Κι ύστερα το χωριό άδειασε, κενό… κενό διότι σχεδόν πάντα στην αρχή δεν φεύγει ο κόσμος, φεύγει η δουλειά! Η «οικογενειακή δουλειά», η «οικογενειακή» επιχείρηση! Κλείνει πρώτα το μαντρί, ύστερα το ελαιοτριβείο, μετά το μικρό μαγαζί και στο τέλος φεύγει το παιδί. Όταν όμως φτάσεις εκεί, είναι ήδη αργά.
Στην Κορινθία βέβαια αυτά δεν γίνονται με πάταγο. Γίνονται σιγά, ήσυχα, σχεδόν ευγενικά. Ένα πρωί μαθαίνεις ότι ο μπάρμπα Σπύρος πούλησε τα περισσότερα πρόβατα. «Δεν έβγαινε» λέει… και το λέει χωρίς παράπονο, με μια γαλήνη στον λόγο του σάμπως και ήταν θέλημα θεού. Το μαντρί του δεν ήταν επιχείρηση, ήταν τρόπος ζωής. Ήταν ο πατέρας του, ο παππούς του, τα παιδικά του χρόνια. Ήταν το ξυπνητήρι στις πέντε, το κρύο του Γενάρη, η μυρωδιά του γάλακτος, το τυρί που έφτιαχνε με τα χέρια του.
Ώσπου μια μέρα απλώς «δεν άξιζε». Όχι γιατί βαρέθηκε, όχι γιατί τεμπέλιασε, αλλά γιατί δεν τον άφησαν να συνεχίσει. Γιατί ήρθε κι εκείνη η ιστορία με την ευλογιά… Θυμάσαι(;).. πρωί-πρωί, δήμαρχοι, πολιτευτάδες, κτηνίατροι, περιφέρεια, χαρτιά, εντολές. «Θανατώνονται όλα», «Προληπτικά», «με Πρωτόκολλο» και τέλος!
Ο μπάρμπα Σπύρος καμιά πενηνταριά ζώα είχε κρατήσει. Τόσα έλεγε τουλάχιστον, αν κι οι τσοπάνηδες δε λένε ποτέ πόσα ζώα έχουν ακριβώς. Καθαρά κι υγιή ήταν, τα ήξερε ένα-ένα. Ποτέ όμως δεν του εξήγησαν, δεν του ανέλυσαν, δεν του έδωσαν χρόνο ρε γαμώτο. Του είπαν μόνο «πρέπει»! Του είπαν «πρέπει» και τα έσφαξαν! Εκεί στην αυλή του! Μπροστά του! Σαν να σβήνεις τη ζωή του με σφουγγάρι! Μετά ήρθε η σιωπή. Καμία ουσιαστική εξήγηση, καμία πραγματική στήριξη, καμία βεβαιότητα. Μόνο χαρτιά, διαδικασίες και ένα διαρκές «θα δούμε», ένα διαρκές έπρεπε…
Εκεί τελείωσε το μαντρί. Όχι επειδή δεν ήθελε, αλλά επειδή δεν μπορούσε πια να ξαναρχίσει. Κιότεψε.. και μαζί με το μαντρί κιότεψε κι ένας ολάκερος κύκλος ζωής. Το τυροκομείο λιγόστεψε τη δουλειά, το μαγαζί με τις ζωοτροφές έχασε ένα πελάτη, το καφενείο μια ακόμα καρέκλα, κανείς δεν τα μετράει αυτά στο ΑΕΠ, αλλά το χωριό τα μετράει ένα-ένα.
Ο γιος του μπάρμπα Σπύρου ήταν δεκαοκτώ. Δεκαοκτώ ετών και δεν του είπε ποτέ «φύγε»…, αλλά δεν του είπε και «μείνε». Γιατί… τι να του πει; Να μείνει να ξαναχτίσει από το μηδέν; Χωρίς ζώα, χωρίς λεφτά, χωρίς μια υποτυπώδη προοπτική; Έτσι το παιδί έφυγε για την Αθήνα, για δουλειά, για «να δοκιμάσει» βρε αδερφέ. Έφυγε και δε γύρισε. Κάπως έτσι, από μια ανεύθυνη πολιτική και άγαρμπη υγειονομική παρέμβαση, χάθηκε μια ολάκερη γενιά.
Αυτό όμως δεν είναι μετανάστευση, είναι εκτόπιση. Δεν είναι επιλογή, είναι επιβολή!
Στην πόλη, στην αρχή όλα έμοιαζαν καλύτερα. Φώτα, κίνηση, μαγαζιά, μισθός, καφές στο χέρι. Ο γιος του μπάρμπα Σπύρου είχε πιάσει δουλειά. Πρώτα σε αποθήκη, μετά σε σούπερ μάρκετ, ύστερα σε γραφείο. «Εντάξει είναι», έλεγε. «Καλά είμαι»!… Και το έλεγε για να το πιστέψει. Αγόρασε κινητό, ρούχα, παπούτσια, πράγματα. Γέμισε το σπίτι με αντικείμενα γιατί δεν μπορούσε να το γεμίσει αλλιώς, με οικογένεια… και πώς θα μπορούσε άλλωστε με ένα μισθό;
Στο χωριό είχε χώμα στα παπούτσια και καθαρό κεφάλι. Στην πόλη έχει καθαρά παπούτσια και βαρύ κεφάλι. Δουλεύει, τρέχει, κυνηγάει ημερομηνίες και στόχους, «dead lines» τα λένε! Κυνηγάει όχι τη ζωή, το χρήμα! Κομπάζει για την εταιρεία που δουλεύει, για τα κέρδη της κι όχι για τα δικά του, όχι για την οικογένειά του, όχι για τα παιδιά του, γιατί απλά δεν έχει! Τώρα πλέον ζει για να δουλεύει! Γιατί του είπαν ότι αυτό είναι η επιτυχία… και το πίστεψε!
Google+ Linkedin