Ένα σατιρικό ποίημα του Σουρή για τους δημοσιογράφους και τη σχέση τους με την εξουσία

Ένα σατιρικό ποίημα του Σουρή για τους δημοσιογράφους και τη σχέση τους με την εξουσία

Μπορεί το 1880 να μην υπήρχε ο όρος “διαπλοκή” για να περιγράψει τις – πραγματικές ή φανταστικές – σχέσεις υπόγειας συναλλαγής μεταξύ δημοσιογράφων και εξουσίας, όμως οι υποψίες υπήρχαν. Άλλωστε, και τότε ήταν ένα όχι ασυνήθιστο φαινόμενο να βγαίνουν οι εφημερίδες και τη μια μέρα να βρίζουν ένα πολιτικό και την άλλη αν τον υποστηρίζουν με ανείπωτη θέρμη (ή και το ακριβώς αντίστροφο), ακόμη και να κατηγορούνται ότι ανεβάζουν ή κατεβάζουν κυβερνήσεις. Για παράδειγμα, η ήττα του Χαρίλαου Τρικούπη στις εκλογές του 1885 αποδόθηκε από πολλούς τότε στην έντονη πολεμική που είχε ασκήσει εναντίον του η Νέα Εφημερίς του Ιωάννη Καμπούρογλου, μια εφημερίδα με ένα σχετικά λαϊκό – για τα δεδομένα της εποχής – περιεχόμενο, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των Αθηναίων.

Πέντε χρόνια νωρίτερα και χωρίς ν’ απευθύνεται στην Εφημερίς (στην οποία ήταν τότε αρχισυντάκτης ο – αρκετά δημοφιλής την εποχή εκείνη – Καμπούρογλου), αλλά σε μια άλλη αντιτρικουπική εφημερίδα (όχι ότι έχει σημασία, αλλά απευθυνόταν στη Στοά), ο Γεώργιος Σουρής έγραψε (και δημοσίευσε στο σατιρικό “Μη Χάνεσαι”) τους “Δημοσιογράφους”, ένα σατιρικό ποίημα που καυτηρίαζε την πάγια τακτική πολλών δημοσιογράφων να μαλώνουν μεταξύ τους ανελέητα, να περιγράφουν την επικαιρότητα με τα μελανότερα χρώματα… περιμένοντας από την εκάστοτε εξουσία ν’ ανοίξει το πορτοφόλι της και για τους ίδιους.
Τώρα, αν στη θέση του Τρικούπη προσθέσετε το όνομα κάποιου νεόκοπου Δημάρχου της Κορινθίας και στη θέση της εφημερίδας κάποιο site της εποχής, θα είναι σαν να διαβάζετε ένα ποίημα που γράφτηκε όχι το 1880, αλλά… σήμερα.

ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ
 
Ελύσσαξαν στ’ αλήθεια οι δημοσιογράφοι,
Την πένα τους βουτούνε σε ξύδι και χολή,
Κτυπά ο ένας άλλον με δίκοπο ξουράφι,
Και βρίζονται με τρόπο κι ευγένεια πολλή.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Ένας τον άλλον λέγει τρελό, ξετσιπωμένο,
μπερμπάντη, βαγαπόντη, και πρώτο μασκαρά,
Κι ο άλλος κακοήθη, κονδύλι πουλημένο,
Σαποκοιλιά, τραμπούκο και δούλο του παρά.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Απ’ το ταμείο έξω στρωμένοι στη λιακάδα
Φωνάζουνε και ήχος ακούεται βαρύς,
Και μες σ’ αυτή τη νέα μελωδική καντάδα
Βογκά η μια κι η άλλη φτωχή εφημερίς.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Εχάλασε ο κόσμος, το έθνος μας ετάφη,
Γυρίζει και κοιτάζει παντού καταστροφές,
Απηλπισμένοι σκούζουν οι δημοσιογράφοι,
Αφού γι’ αυτούς θα λείψει ο τακτικός λουφές.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Θε να χαθούν για πάντα τόσες κρυφές ελπίδες,
Πολλή οικονομία το έθνος δεν βαστά…
Δώστε παρά καμπόσο και στις εφημερίδες,
Και θα ιδείτε τότε πώς τρέχουμε μπροστά.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Αμμ’ τι; χωρίς παράδες πράμα ποτέ κανένα
Μπορεί να προχωρήσει μια πιθαμή μπροστά;
Μα την Αγία Λαύρα και το εικοσιένα
Εμείς σας λέμε λόγια Ρωμαίικα, σωστά.
Πω! πω! τι νταβατούρι, αντάρα και κακό!
Ακόμ’ απ’ τον Τρικούπη δεν πήραν μερδικό.
Αν θες και συ, Τρικούπη, να έβγεις τώρα πέρα,
Φασκέλωσε κι εκείνα, φασκέλωσε κι αυτά,
Και χάραξε απάνω στη νέα σου παντιέρα
Με γράμματα μεγάλα “λεφτά, λεφτά, λεφτά“.
Τότε θα πάψει τόση αντάρα και κακό,
Αφού σ’ εμάς, Τρικούπη, θα δώσεις μερδικό.
Google+ Linkedin