Το δικαίωμα στην αθυροστομία …

Το δικαίωμα στην αθυροστομία …

Μας μεγάλωσαν λέγοντας μας ότι δεν πρέπει να βρίζουμε. Πόσο σχέση έχει ωστόσο αυτό με τους «καλούς τρόπους» που δείχνουμε εκεί έξω;

Δεν ξέρω ποιος ξεκίνησε αυτή τη νοοτροπία, αλλά οι βρισιές τόσο στα αρχαία χρόνια όσο και στον Μεσαίωνα δεν υπήρξαν ποτέ συνώνυμο της κακής συμπεριφοράς. Μπέρδεμα ε;

Ας το πάρουμε διαφορετικά. Οι βρισιές στις δύο αυτές περιόδους – και στην Αναγέννηση αλλά κυρίως σε εκείνες τις δύο – δεν σήμαιναν πως το άτομο που τις έλεγε είχε ελλιπή ευγένεια. Επειδή οι ρίζες τους ξεκινούσαν από τις κατάρες, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήξεραν να φιλοσοφούν, να πράττουν τα δέοντα για την μικρής τους κοινωνία, να τιμούν τους θεούς τους, αλλά και να ρίχνουν κατάρες εκεί που το έκκριναν απαραίτητο.

Για την ακρίβεια η βωμολοχία όχι μόνο δεν είχε αρνητικό χαρακτήρα, αλλά θεωρούταν ως ένα φυσιολογικό κομμάτι της καθημερινότητας για καταστάσεις που καταδίκαζε συνολικά η εκάστοτε πολιτεία ή το κάθε άτομο προσωπικό για κάποια δεινή κατάσταση που το βρήκε. Όλοι, γυναίκες και παιδιά, γέροι και νέοι, άντρες και γυναίκες, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και οικονομικής κατάστασης, χρησιμοποιούσαν τα ίδια ήθη και έθιμα αλλά και τις ίδιες βρισιές.

Παρότι στην Βικτωριανή περίοδο θεωρήθηκαν πως δεν έκαναν για τα πολυτελή σαλόνια της εκάστοτε Μεγαλειότητας, οι βρισιές επιβίωσαν, έγιναν χειρότερες, έγιναν πολυσύνθετες και εκτοξευόντουσαν με τέτοιο τρόπο που πολλές φορές δημιουργούσαν γέλιο στον τριγύρω κόσμο.

Μας αρέσει να βρίζουμε, αυτή είναι η πραγματικότητα. Και μας αρέσει επειδή μέσα σε μία βρισιά υπάρχει μία επανάσταση, μία έλξη, μία απόλυτη ελευθερία που δεν υπακούει σε κανόνες και νόμους. Μάλλον υπακούει σε νόμους, αλλά το γεγονός ότι λίγες έως ελάχιστες υποθέσεις βωμολοχίας και προσβολής προσωπικότητας θα οδηγηθούν ενώπιον μίας δικαστικής έδρας, κάνει την όλη διαδικασία ακόμη πιο διασκεδαστική και θελκτική για την επόμενη βρισιά και την επόμενη.

Κάτι τέτοιο πρέπει να κατάλαβε η πλειοψηφία της ανθρωπότητας και δη στον κλάδο της ψυχαγωγίας, όταν φρόντισε να τις εντάξει σε κάθε μέσο της. Ταινίες, βιβλία, τηλεοπτικές σειρές και -πολύ νωρίτερα- στα θεατρικά έργα. Πάρτε για παράδειγμα τον Αριστοφάνη. Ο κωμωδιογράφος ήταν ένας πολίτης σύμφωνα με τα πρότυπα του Πλάτωνα, πολύ μπροστά σε χιούμορ για την εποχή του, έκανε κόντρα στο κατεστημένο και την εξουσία (π.χ.: όπως με τον Κλέωνα στους Ιππείς), ήταν ένα από τα πιο σκεπτόμενα άτομα που είχε δει ο κόσμος της εποχής αλλά όλοι συμφωνούσαν πως ήταν φοβερά αθυρόστομος. Όχι μόνο στα θεατρικά έργα αλλά και στην προσωπική του ζωή.

Ο σύγχρονος άντρας έχει αναπτύξει σήμερα μία δική του προοπτική εξέλιξης στη βρισιά. Το βλέπει κανείς στις παρέες του, το βλέπει με τους συναδέλφους στη δουλειά, το βλέπει σε ανθρώπους που γνωρίζει μέσα σε ένα λεπτό. Η βρισιά ενώνει γιατί εκπροσωπεί τόσο την ανεξέλεγκτη και γεμάτη ελευθερία έκφραση, όσο και τον συσσωρευμένο θυμό. Γιατί αυτό είναι. Το βλέπεις όταν βρίζεσαι με τους κολλητούς σου χωρίς λόγο. Όταν στη δουλειά επί πέντε λεπτά πετάτε βρισιές ο ένας στον άλλο για να καταλήξετε τελικά να λύνεστε στα γέλια. Όμως ακόμη και τώρα θα υπάρξουν εκείνοι που θα σαστίσουν, που θα παρεξηγηθούν – ασχέτως αν το έκαναν νωρίτερα στον δικό τους στενό κύκλο- που θα θεωρήσουν ότι η βρισιά είναι συνώνυμο της διαστρεβλωμένης σου προσωπικότητας.

Αρχικά γνωρίζουμε ένα σωρό μη-αθυρόστομους από την ανθρώπινη ιστορία, που όχι μόνο δεν υπήρξαν καλοσυνάτοι αλλά δολοφόνοι, βιαστές, εγκληματίες πολέμου και πολλά άλλα. Από αρχαιοτάτων χρόνων μάλιστα. Ο Χίτλερ ήταν ένας άνθρωπος που απέφευγε να βρίζει. Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής επίσης. Ο Πολ Ποτ απέφευγε τις βρισιές και ξεκούμπωνε πάντα το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου του, αλλά έσφαξε μία ολόκληρη χώρα. Ας σοβαρευτούμε λοιπόν λίγο και ας είμαστε ειλικρινείς απέναντι στους εαυτούς μας.

Δεν θα αναφέρω καν τις έρευνες που συνδέουν τις βρισιές με την ευφυϊα. Δεν ξέρω αν έχουν και κάποια ακρίβεια στην όλη μελέτη – φαντάζομαι πως ναι. Θα πω όμως σίγουρα πως μεγαλωμένοι ο καθένας στην αλάνα του, με τα ματωμένα γόνατα από το ποδόσφαιρο, τα γέλια και τις βρισιές, δεν είναι δα πως όσοι έβριζαν περισσότερο βγήκαν και χειρότεροι άνθρωποι από όλους τους άλλους. Δεν είναι πως εκείνοι που έλεγαν στα παιδιά τους να μην κάνουν παρέα με εκείνους που βρίζουν έβγαλαν τίποτα «λουλούδια». Δεν είναι πως εκείνοι που έβριζαν πολύ έγιναν οι χειρότεροι σύζυγοι και όλοι οι υπόλοιποι μεταμορφώθηκαν στους πρίγκιπες του παραμυθιού που ορκίστηκαν αιώνια αγάπη στο ταίρι τους. Ούτε καν.

Η αντίληψη του χώρου και της κατάστασης όπου μπορείς ή όχι να βρίσεις, είναι κάτι που έχει να κάνει με την ευγένεια. Το να βωμολοχείς ωστόσο, ως αυτή καθαυτή κατάσταση, είναι κάτι το τελείως διαφορετικό και δεν έχει να κάνει ούτε με τους τρόπους σου, ούτε με την παιδεία, ούτε με τίποτα. Έχει να κάνει με το πόσο κουμπωμένος ή όχι είναι ένα άτομο απέναντι σε μία κοινωνία που σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, προωθεί την σοβαροφάνεια.

Είναι δέκα φορές πιο ψεύτικο και χειρότερο να μην πεις όσα σκέφτεσαι αλλά να τα ψιθυρίσεις από μέσα σου, παρά να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να πεις «εγώ διαφέρω και είμαι καλύτερος». Όπως και πολλά άλλα που κάνεις καθημερινά στη ζωή σου, έτσι και αυτό πολλές φορές δεν έχει ιδιαίτερο λόγο. Απλά συμβαίνει. Για να λυτρώσει τον ίδιο σου τον εαυτό, για να σε κάνει να γελάσεις όταν θα σιχτιρήσεις τον φίλο σου χωρίς λόγο ή αν κάνει και αυτός το ίδιο, για να σου δώσει μία μικρή διέξοδο από την πίεση και τα βάρη της καθημερινότητας. Η ίδια ελευθερία και λύτρωση, το ίδιο ξέσπασμα που νιώθεις κάθε φορά που κάτι πάει στραβά, όπως να σου χυθεί ο πρωινός καφές και, παρότι που νευριάζεις, νιώθεις ένα κομματάκι καλύτερα την ώρα που γυρνάς το βλέμμα στον ουρανό και χωρίς σιδηρόμπαλες στο λαιμό και χωρίς ίχνος ντροπής γυρνάς και λες.

«Γαμώ το διάολο μου γαμώ!»

Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*