Μάρτης ο πονηρούλης…

Μάρτης ο πονηρούλης…
Μάρτης είναι χάδια κάνει, πότε κλαίει, πότε γελάει…
Πρωτομηνιά φίλοι μου και καλό μήνα. Ας προσέξουμε λιγάκι τούτον τον μήνα, γιατί έτσι, όπως είναι άστατος και παιχνιδιάρικος μπορεί να μας εκπλήξει. Ο λαός φορτωμένος με την πείρα αιώνων, αλλά και πολύ βασανισμένος από τον πεντάγνωμο Μάρτη, είναι επιφυλακτικός. Και όχι μόνον. Με παροιμίες και γνωμικά στόλισε το ατίθασο τούτο παιδί του χρόνου. «Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε και πάλι το μετάνιωσε και δεν εξαναχιόνισε».
Ίσως ο μήνας αυτός, από τη θέση, που κατέχει στο χορό των άλλων του χρόνου, καθορίζει και τη συμπεριφορά του. Βλέπετε βρέθηκε ο δόλιος στο μεταίχμιο. Στο όριο, που με κάποια αμφιβολία αποχωρεί ο χειμώνας ο σκληρός και με κάποια διστακτικότητα εισβάλλει το καλόγνωμο καλοκαίρι. Με το ένα πόδι στο κρύο και στα χιόνια και με τ’ άλλο πατάει στην πλούσια χλωροσιά και στην καλοκαιρία.
Επόμενο, λοιπόν είναι ο Μάρτης να παίρνει στη λαϊκή φαντασία, τη μορφή του Ιανού. Του διπρόσωπου και άστατου και καταχραστού της εμπιστοσύνης του λαού. Έτσι λοιπόν ο Μάρτης, εκεί προς το έβγα του, γίνεται άθελά του καταστροφικός για φυτά και ζώα και βασανιστικός για τους ανθρώπους. Ο ελληνικός λαός, που από τα πανάρχαια χρόνια, αρέσκεται να προσωποποιεί πράγματα και γεγονότα, βρήκε τον τρόπο, να αποδώσει τον δύστροπο χαρακτήρα του Μάρτη, με μύθους και παραμύθια. Σύμφωνα, λοιπόν με την παράδοση, ο Μάρτης δεν ήταν μόνον τζαναμπέτης, αλλά και δίγαμος. Είχε παντρευτεί δύο γυναίκες εκ των οποίων η μία ήταν όμορφη και καταδεκτική. Ήταν όμως φτωχή. Την άλλη την παντρεύτηκε από συμφέρον! Ήταν πλούσια, αλλά πολύ άσχημη, στρυφνή και κακότροπη. Σωστή μέγαιρα.
Το αδιάκριτο μάτι, τον θέλει να κοιμάται ανάμεσα από τις δύο γυναίκες. Αν τύχαινε τη νύχτα να γυρίσει προς την άσχημη, εκείνη θύμωνε, αγρίευε κι έκανε ολόκληρη την πλάση να δέρνεται από κακοκαιρία. Αν γύριζε όμως, προς την πλευρά της καλής γυναίκας, έλαμπε από καλοσύνη κι έκανε τη φύση πανέμορφη, γεμάτη χάρη κι ομορφιά.
Επειδή όμως, ως γνωστόν ο πλούτος διαφθείρει τους πάντες, αφού σταύρωσε και τον Χριστό, ο Μάρτης δεν μπορούσε να εξαιρεθεί του κανόνα. Συχνά γύριζε προς την άσχημη γυναίκα, μη χάσει τον παρά. Γι’ αυτό και οι πιο πολλές μέρες του είναι άσχημες και κατσουφιασμένες. Κι αφού οι άνθρωποι, είναι κουρασμένοι από τις συνεχείς κακουχίες του χειμώνα, δεν συγχωρούν τις αναποδιές του Μάρτη. Πονηρούλης.
«Πριτς Μαρτάκια μ’»!!!.
Έτσι εκφράστηκε ένας γέρος βοσκός, σαν έφτασαν οι τελευταίες μέρες του Μάρτη. Πως τάχα δεν τον είχε ανάγκη. Πώς τάχα ξεχειμώνιασε. Μα ο πεντάγνωμος θύμωσε. Και καθώς τέλειωναν οι μέρες του άρπαξε δυο μέρες από τον Φλεβάρη (δανεικές και αγύριστες) και πάγωσε τον βοσκό με το κοπάδι του. Τέτοια κακία. Κι άφησε και τον Φλεβάρη, κουτσοφλέβαρο με 28 μέρες.
Πολύ ανάποδος! Οι 12 μήνες του χρόνου είχαν ένα κοινό βαρέλι με κρασί, με δώδεκα πίρους, στη σειρά από πάνω ως κάτω. Είπαν λοιπόν να διαλέξουν ο καθένας τον πίρο του. Πετάγεται ο Μάρτης και τους ικετεύει να του δώσουν τον πιο κάτω, γιατί τάχα ήταν ανήμπορος να σκαρφαλώσει στα ψηλά. Δέχτηκαν τ’ αδέλφια του, αλλά αργά κατάλαβαν την πονηριά του. Κάποτε πήγαν να πιουν κρασί κι είδαν να τρέχει μόνο του Μάρτη ο πίρος. Κι αυτός λιγοστός. Φρόντισε ο Μάρτης και το ρούφηξε όλο.
Ήταν μάλιστα και ζαλισμένος. Εξοργίστηκαν κι είπαν να τον δικάσουν. Άλλοτε του έλεγαν, πως θα τον κρεμάσουν κι αυτός έκλαιγε απαρηγόρητος. Άλλοτε του υπόσχονταν συγχώρεση κι αυτός χαιρόταν και γελούσε. Κι από τότε απόμεινε δίγνωμος. Πότε κλαίει, πότε γελάει.
«Μάρτης γδάρτης και παλουκοκαύτης».
«Τα παλιά παλούκια καίει τα καινούργια ξεριζώνει». Οι λιακάδες του όμως είναι καυτερές και μαυρίζουν προσωπάκια των παιδιών, που παίζουν έξω. Γι’ αυτό και παλιότερα, τότε που πάσχιζαν τα κορίτσια να μη μαυρίσουν «όπ’ έχει κόρη, ακριβή, του Μάρτη ήλιος μην τη δει», έδεναν στον καρπό του χεριού ασπροκόκκινη κλωστή, για να μην μαυρίσει. Στα έβγα του Μάρτη την πετούσαν στα κεραμίδια ή την έκαιγαν τη Λαμπρή. Το έθιμο είναι πανάρχαιο από την «Κόρκη» παρόμοια κλωστή, που έβαζαν οι κόρες κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια.
Ευλογημένες είναι οι βροχές του Μάρτη για τους αγρότες. «Αν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά στο γεωργό απ’ έχ΄ πολλά σπαρμένα».
Στον Μάρτη πέφτει και η Σαρακοστή. «Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή»; λέμε περιπαιχτικά. Μας φέρνει ακόμα και δυο μεγάλες γιορτές: Τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την παλιγγενεσία του ελληνικού Έθνους.
Τέλος φιλοξενεί και την Εαρινή Ισημερία (21 Μαρτίου). Η ημέρα γίνεται πιο μεγάλη από τη νύχτα και βάζουμε πλώρη για το καλοκαίρι. Γι’ αυτό λέμε:
«Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα».
Καλό μήνα φίλοι μου.

Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*