Ορισμός και έννοια του πολιτισμού… στον απόηχο μίας ιστορικής συναυλίας

Ορισμός και έννοια του πολιτισμού… στον απόηχο μίας ιστορικής συναυλίας

Του Σπύρου Τζόκα* 

«Για μένα είναι μια ιστορική μέρα. Ποτέ στα πολιτιστικά δρώμενα της χώρας δεν συνέβη αυτό που συμβαίνει σήμερα εδώ. Το ΚΚΕ ξεπέρασε τον χαρακτηρισμό της προόδου και πέρασε στη σφαίρα της υπέρβασης. Μια υπέρβαση που θέλει κότσια για να την κάνεις. Και το μόνο κόμμα που έχει κότσια για να την υλοποιήσει είναι το ΚΚΕ. Βέβαια, αν δεν υπήρχε η πρωτοβουλία του Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, δεν θα είχαμε την αποψινή βραδιά. Τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου».

Αυτά ήταν τα λόγια του Σταύρου Ξαρχάκου λίγο πριν …από το «Μάνα μου Ελλάς» και το «Αυτόν τον κόσμο τον καλό» και τη «Χοντρομπαλού», σε τραγούδια-ύμνους για τους αγώνες του λαού μας. Λίγο πριν από το «Νυν και αεί» από τον ομώνυμο δίσκο σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» με τους λογοκριμένους στίχους: «Τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους, πέφταμε φωνάζοντας κάτω οι Γερμανοί», αλλά και το «Προσκύνημα», το τραγούδι που προστέθηκε στις παραστάσεις του «Μεγάλου μας Τσίρκου» μετά τη Μεταπολίτευση για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Και η ανταπόκριση του κόσμου τεράστια, συγκινητική και ποιοτική. Ήταν χιλιάδες αυτοί που ήρθαν να πουν το δικό τους «ευχαριστώ» σε έναν από τους κορυφαίους της ελληνικής μουσικής. Να σμίξουν τις φωνές τους με τους σπουδαίους ερμηνευτές σε τραγούδια αγαπημένα, σε τραγούδια που έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές, που έχουν σημαδέψει μεγάλες στιγμές. Τραγούδια που κρατάνε ανοιχτό το παράθυρο στο όνειρο, τραγούδια που μας ανεβάζουν λίγο ψηλότερα…

«Σε ευχαριστούμε για τον αγώνα σου να δημιουργήσεις στα παιδιά μας αντισώματα απέναντι στον καταιγισμό των φτηνών, των πρόστυχων πολιτιστικών ερεθισμάτων, για την έγνοια και τη φροντίδα σου προς τους νέους καλλιτέχνες. Σου ευχόμαστε πάνω απ’ όλα να ζήσεις κι εσύ και όλοι μας εκείνη τη μέρα που οι κόποι σου θα δικαιωθούν, τη μέρα που ο λαός μας μέσα στο άπλετο ελληνικό φως “θα σπείρει στην ερημιά χορτάρι” και θα κάνει “τη γη μια κούνια για τ’ αγέννητα παιδιά”», ήταν το ευχαριστώ του Κόμματος από το στόμα του Δημήτρη Κουτσούμπα, ο οποίος χαρακτήρισε τη μέρα ιστορική.

Και η απογείωση με τα αγαπημένα τραγούδια από την αρχή της δημιουργικής διαδρομής του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως «Τα τρένα που φύγαν», «Άσπρη μέρα και για μας», «Όνειρο δεμένο»… Αλλά και τραγούδια σημαδεμένα από τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη, όπως το «Έβαλε ο Θεός σημάδι», «Πώς να σωπάσω», «Γεια σου χαρά σου Βενετιά» και βέβαια τραγούδια από το εμβληματικό «Ρεμπέτικο». «Στου Θωμά το μαγαζί», «Το δίχτυ».

Τη μέρα που ο λαός μας μέσα στο άπλετο ελληνικό φως «θα σπείρει στην ερημιά χορτάρι». Έτσι και αλλιώς θα γίνει αυτό, σύντροφέ μου. Ο πολιτισμός αποτελούσε κομμάτι της ψυχής αυτού του λαού. Και η ψυχή αυτή φτερούγισε και με τον ερχομό των Μικρασιατών προσφύγων. Έγινε αετός και πέταξε και όσο και αν σημάδεψαν τα φτερά του, δεν κατάφεραν να τον ρίξουν.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες άφησαν τις περιουσίες τους εκεί, στις χαμένες πατρίδες. Τις έχασαν. Έφεραν, όμως, μαζί τους πνευματικές αξίες. Αυτές, βλέπεις, δεν ξεριζώνονται. Είναι φυλαγμένες μέσα τους. Έφεραν μαζί και τις μουσικές τους και μπόλιασαν τους ντόπιους. Οι χαρές και οι λύπες τους συνοδεύονταν με μουσική. Τα σαντουροβιόλια της Μ. Ασίας και τα «Καφέ Αμάν» συνδυάζονται με αντίστοιχους βάρδους του ελλαδικού χώρου. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές των μικρασιατικών πόλεων πλημμύρισαν με ήχους τη ζωή της Ελλάδας από τσιφτετέλι, αϊβαλιώτικα, συρτούς, επηρεάζοντας το ρεμπέτικο τραγούδι. Τότε ακούσθηκαν για πρώτη φορά αθάνατα τραγούδια, όπως «Η Σμυρνιά», «Το τζιβαέρι», «Η Αλατσατιανή».

Αυτοί οι τύποι με το μεράκι και την ψυχή είναι που αντιστέκονται στους «χορτάτους», στην αστική τάξη που προσχωρεί χωρίς καρδιά στην ξενόφερτη δυτική μουσική. Αυτοί, οι χορτάτοι, κάποιες φορές πιεζόμενοι απ’ τα πράγματα, από την κανονική δηλαδή ροή του λαού μας, παρεμβαίνουν σαν παραχαράκτες και διαστροφείς. Αυτοί οι σαλονάκηδες, όπως έλεγε ο Μάρκος, οι οποίοι και στο ρεμπέτικο θέλησαν να του δώσουν άλλο προσδιορισμό, να το κάνουν αρχοντορεμπέτικο και να το οικειοποιήσουν. Άλλη, όμως, η μουσική των σαλονιών και άλλη των… λιμανιών. Και στα λιμάνια ήταν οι πρόσφυγες…

Πρόσφυγες της Μ. Ασίας, ανένταχτοι κοινωνικά άνθρωποι με ξεχωριστούς επικοινωνιακούς κώδικες συγχρωτίζονται με τους εργάτες, ανέργους και τη φτωχολογιά και όλοι αυτοί μαζί ανακουφίζουν τον πόνο τους στις ταβέρνες των λιμανιών του Πειραιά, της Σύρας και της Θεσσαλονίκης. Στις ταβέρνες της Καισαριανής. Τα Σαββατόβραδα στην Καισαριανή. Στα κουτούκια της προσφυγιάς και της φτωχολογιάς. Τα «σαντουροβιόλια» της «σμυρνέικης σχολής» (ούτι, βιολί, σαντούρι, κανονάκι κ.ο.κ.) κυριαρχούν στον μουσικό χώρο, ενώ το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς ακούγονταν μόνο σε κάποια απόμακρα κουτούκια ή τεκέδες. Το 1934 το μπουζούκι του Μάρκου ακούγεται για πρώτη φορά σε ελληνική ηχογράφηση και ανοίγει ο δρόμος. Το δέσιμο εκπληκτικό. Οι δρόμοι της εσωτερικής φυγής συναντιούνται με τους δρόμους των μουσικών ήχων και η οικεία Ανατολή με τη Δύση.

ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, ως απόρροια της παραπάνω σύνθεσης και αυθεντική λαϊκή έκφραση, άλλοτε στο περιθώριο, άλλοτε λίγο πιο έξω, ποτέ, όμως, στη βιτρίνα, συνόδευσε τους καημούς και τις δυσκολίες του απλού λαού. Η δύναμή του, με τις αντίστοιχες αναλογίες, μοιάζει ιστορικά και μορφικά με το μπλουζ των νέγρων. Μέσα από το ρεμπέτικο διαπερνούν τα προβλήματα των κυνηγημένων προσφύγων, της εργατιάς, της φτώχειας της Αθήνας, της ανέχειας της Καισαριανής, της ανεργίας και του περιθωρίου. Εξάλλου, κάτι τέτοιο είναι προφανές από το περιεχόμενό του, ένα στοιχείο κοινωνικής κριτικής με έντονο τον χαρακτήρα παραπόνου και αδικίας, σύμφυτα με τον τόπο μας. «Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας»… «ΚΑΙΓΟΜΑΙ» και απόλυτη ησυχία στο κατάμεστο ΣΕΦ.

Ήδη μια εφημερίδα του 1926, η «Ελληνική» έγραφε: «Οι πρόσφυγες ήλθαν στην Ελλάδα γυμνοί και πεινασμένοι. Τις πρώτες μέρες ήσαν τρελοί από φόβους, από ανασφάλεια, από πραγματική απόγνωση. Ήσαν παράφρονες από τη δυστυχία. Πέρασε κάποιος καιρός. Η πρώτη μαύρη εντύπωση παρήλθε. Άρχισαν να συνέρχονται, να σκέπτονται, να ζητούν. Κι όταν μπήκαν σε ένα σπίτι, άρχισαν να περισυλλέγουν και να ξαναζούν. Απέκτησαν κάτι, συνήλθαν, το’ ριξαν στο γλέντι. Τραγουδούσαν και χόρευαν». Έτσι ήταν. Αυτοί οι άνθρωποι έμοιαζαν σαν να γνώριζαν το μεδούλι της ζωής. «Αυτοί οι άνθρωποι ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες, μηδενός εξαιρουμένου. Και κοντά στους πρόσφυγες μάθαν και οι δικοί μας τώρα», έλεγε ο αυτόπτης μάρτυρας Μάρκος Βαμβακάρης. Κάτι περισσότερο ήξερε αυτός. Τα χνάρια αυτής της παράδοσης αποκαλύπτουν και την ψυχοσύνθεση των Μικρασιατών προσφύγων. Τα χνάρια που μαρτυρούν την ψυχή του λαού μας.

Ο πόλεμος του ’40, η κατοχή και ο εμφύλιος. Οι νικητές του εμφυλίου επιθυμούν συνολική κυριαρχία. Δύσκολες εποχές, ημέρες ήττας και πικρίας, οι αγωνιστές της Αντίστασης προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Εξορίες, Μακρονήσια, φυλακίσεις. Προσπαθούν να ακρωτηριάσουν το σώμα και το πνεύμα του λαού. Δεν υποτάσσεται, όμως. Η πολιτιστική παράδοση την κρατάει όρθια. Εξάλλου ο πολιτισμός αποτελούσε κομμάτι της ψυχής των ανθρώπων του μόχθου. Τους μπόλιαζε πάντοτε και τους ενεργοποιούσε ακόμα και στις πιο δύσκολες περιόδους της Ιστορίας της, όταν ο φόβος και η τρομοκρατία πλανιούνταν στη συνοικία. Όταν οι φυλακές και οι εξορίες είχαν γεμίσει από τους αγωνιστές. Εφευρετικοί και δραστήριοι, κατάφεραν με διάφορους τρόπους να παραπλανούν τις αρχές και να επιδιώκουν την πολιτιστική συνέχεια. Ταυτόχρονα έπρεπε να φυλάγονται από τους ρουφιάνους που καιροφυλακτούσαν. Αυτοί πάντοτε υπήρχαν και ήταν αμετανόητοι.

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ, όμως, καθυστερούν. Όλα δοκιμάζονται, όλες οι αξίες, όλες οι συμπεριφορές. Δοκιμάζεται και ο πολιτισμός, δοκιμάζεται και το ελληνικό τραγούδι. «Το λαϊκό τραγούδι κουλουριάζεται σα φίδι στις σκοτεινές τρύπες που στεγάζουν τα ράκη μας». Επιχειρείται συνολική άλωση. Η καρδιά, όμως, του λαού αντέχει. Μέσα από τις στάχτες γεννιέται η ελπίδα. Δεκαετία του ’60 κι όλα φαίνονται να ανθίζουν. Σημαντικές εκδηλώσεις με τους μεγάλους δημιουργούς.

Χούντα και σκοτεινιά και παρένθεση, μαζί με τα άλλα φυλακίζεται και ο πολιτισμός. ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Ενθουσιασμός και βιαστικές επιλογές. Η χούντα ευτέλισε πολλά πράγματα. Και το ελληνικό τραγούδι στην κόψη του ξυραφιού. Βιαστικά και ανοργάνωτα, χωρίς την αίσθηση της συνέχειας, η δημιουργία του ελληνικού τραγουδιού σχοινοβατεί κάτι ανάμεσα στη Σκύλλα της προχειρότητας και στη Χάρυβδη της «κουλτουροποίησης». Συμπλέγματα, ενοχές, αποτίμηση αντιστασιακών πράξεων, εύκολη απόρριψη και κομματικός ανταγωνισμός πληγώνουν την ελεύθερη και ποιοτική δημιουργία. Κάποιοι συνεχίζουν να αντιστέκονται και να διδάσκουν ήθος, μεταξύ αυτών οι κορυφαίοι: Χατζιδάκις, Θεοδωράκης και κοντά σ’ αυτούς ο Λοΐζος, ο Λεοντής, ο Ξαρχάκος και άλλοι. Ο Β. Τσιτσάνης στο «Χάραμα», προσπαθεί να σώσει το ρεμπέτικο τραγούδι απ’ όλους αυτούς που το οικειοποιήθηκαν χωρίς να το ξέρουν. Κοντά του η αγέρωχη Σ. Μπέλλου. Το «Χάραμα» αποκτούσε μια άλλη λάμψη. Το μαγικό δίδυμο Τσιτσάνης – Μπέλλου εξάπτει τη φαντασία και δημιουργεί θετική διάθεση. Η ψυχή του λαού, ο Στ. Καζαντζίδης, απομονώνεται εκούσια. Και η ζωή συνεχίζεται, όχι όπως θα τη θέλαμε, η ουτοπία και το όνειρο χάνουν έδαφος. Και η φενάκη αποκαλύπτεται. Το ελληνικό τραγούδι γυρίζει ευλαβικά στο παρελθόν και αναζητεί τους αοιδούς του. Το ελληνικό τραγούδι -ρεμπέτικο, λαϊκό- των προηγούμενων δεκαετιών κυκλοφορεί πάλι ευρύτατα. Και κοντά σ’ αυτό κάποιοι νέοι δημιουργοί πασχίζουν αθόρυβα να μας πουν κάτι. Αλλά τα Media κραυγάζουν και ανεβοκατεβάζουν μέτριους. Όμως το ελληνικό τραγούδι είναι η ψυχή μας που φαίνεται πάλι να ελπίζει. Δεν έχουμε παρά να προσπαθήσουμε να τη σώσουμε. Προϋπόθεση η γνώση και η συμμετοχή που εμποδίζουν την αλλοίωση ή εξαφάνιση ενός πολιτισμού, καθώς απορρίπτει τεχνητά και εργαστηριακά κατασκευάσματα που δεν έχουν σχέση με το βίο και τη συμπεριφορά ενός έθνους.

Ο χώρος όπου διαμορφώθηκε ο ελληνικός πολιτισμός αποτέλεσε έναν τόπο συνάντησης των λαών, το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Αυτό συντέλεσε στη διαμόρφωση της φύσης του ελληνικού πολιτισμού, στο όριο των δύο κόσμων. Η πολυσύνθετη ιδιοσυγκρασία του Έλληνα ζει τον ρυθμό της Δύσης, είναι μέρος αυτής, αλλά ταυτόχρονα ανήκει σε κάποια Ανατολή, οικεία και ήρεμη. Λαμβάνει υπόψη του τις εξελίξεις στη Δύση, τις παρακολουθεί από κοντά, αλλά αφομοιώνει και το μυστήριο και τη λεπτότητα της Ανατολής. Αυτός ο πολιτισμός είναι στη φύση του Έλληνα, με τα ρεμπέτικα, τα δημοτικά τραγούδια, αλλά και με την κλασική μουσική. Με τον Καραγκιόζη και τον αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου. Αυτός ο πολιτισμός είναι σπουδαίος, όταν τον υποστηρίζεις, όταν δεν τον στενεύεις, δεν τον ακρωτηριάζεις και δεν τον βιάζεις.

Ο πολιτισμός αυτός αντιπαρατίθεται στον πολιτισμό της καταναλωτικής βαρβαρότητας και της ηθικιστικής λογικοκρατίας της Δύσης και δεν συμβιβάζεται με τα ακραία ανατολικά στοιχεία. Είναι ο πολιτισμός του μέσου, ο αριστοκρατικός. Αποτελεί μια σύνθεση εξαιρετικών στοιχείων, είναι ένας ταξιδιώτης που αφομοιώνει στοιχεία, έχοντας μια στέρεη υποδομή, ικανή για κάθε δημιουργία. Μ’ αυτή την έννοια, οι όποιες ξένες επιρροές δεν είναι αντικείμενο μίμησης, αλλά κριτικής αποδοχής και αφομοίωσης, έτσι ώστε να λειτουργούν δημιουργικά και να μην απειλούν με αλλοτρίωση ή αφομοίωση τον ελληνικό πολιτισμό.

Στην παράδοση αυτή ζει, υπάρχει και αναπνέει ο ελληνισμός. Στα ζωντανά στοιχεία αυτής πορεύεται στο σήμερα και στο αύριο, καθώς η παράδοση έχει αξία στο βαθμό που μπορούμε να την ενεργοποιήσουμε στο παρόν και να φωταγωγήσουμε το μέλλον. Το κύριο, συνεπώς, ζητούμενο δεν βρίσκεται σ’ έναν καθυστερημένο ελληνοκεντρισμό, που ονειρεύεται έναν ουτοπικό, καθαρόαιμο ελληνικό πολιτισμό ή είναι επιλεκτικός σε περιόδους του παρελθόντος, αλλά στον σεβασμό και στην ισχυροποίηση των στοιχείων του μακραίωνου πολιτισμού μας, έτσι ώστε να αφομοιώνουμε αφενός δημιουργικά τα εισερχόμενα στοιχεία και να συνεχίζουμε αφετέρου να δημιουργούμε πολιτισμό με οικουμενική διάσταση.

Ο ελληνικός τόπος είχε και έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί την ιστορία του από ταξίδια, γνωριμίες, «ριζώματα» και διάλογους σε μακρινούς τόπους, έχοντας ως αφετηρία το δικό του «παραδεδομένο» και τη δική του ψυχή. Οι απρόκλητες και τεχνητές παρεμβάσεις με καταγραφές εργαστηρίων αντίθετες στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου μας, που συντελούνται από αντιγραφείς ή μικρόπνοους εισαγωγείς ανεπεξέργαστων ευρωπαϊκών προτύπων, διαστρέφουν τον πολιτισμό και πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος του.

Ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς, όπως οι σημερινοί, οι κίνδυνοι δεν απειλούν μόνο τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα των ανθρώπων, αλλά και τον πολιτισμό τους. Οι ισχυροί της Γης, μαζί με την κατάκτηση των αγορών της, επιχειρούν να αλώσουν και τους πολιτισμούς της. Ο αγώνας του ανθρώπου για τον Πολιτισμό είναι αγώνας για την Παιδεία, για τη Γλώσσα, για την Ιστορία, για την Τέχνη και, σε τελική ανάλυση, για την ύπαρξή του και τη δικαίωσή του στην ιστορία. Εξάλλου, ο Έλληνας από την αυγή της ιστορίας του παρήγε πολιτισμό και αυτό πρέπει να συνεχίσει να κάνει, καθώς η υπεροχή του σε διεθνές επίπεδο επικεντρώνεται στον πολιτισμό του.

Ο πολιτισμός τελικά μπορεί να βρίσκεται σε κάθε ανθρώπινο έργο που δημιουργείται με ειλικρίνεια και βγαίνει από την πραγματική ζωή, την καρδιά και την ψυχή των ανθρώπων του τόπου μας. Ελλοχεύει, όμως, ο κίνδυνος μιας πολιτιστικής άλωσης ή καθομοίωσης με πρότυπα ξένα προς τον ελληνισμό, όταν μάλιστα η επιχειρούμενη πολιτιστική άλωση διαθέτει όλα τα μέσα (υλικά και ηθικά), όλους τους μηχανισμούς και ενισχύεται από το κράτος, αν δεν την ονομάσουμε και κρατική αντίληψη. Η συγκροτημένη και ενιαία πολιτιστική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από τη σύνθεση της παιδείας και της αισθητικής απόλαυσης και παρακολουθεί τις πραγματικές ανάγκες και την πραγματική ζωή του λαού μας. Συνδέεται με τη ζωντανή κοινωνία, αναπαράγει τους πόθους της και διαμορφώνει ήθος και ύφος. Δεν μπορεί να λειτουργήσει μακριά από το λαό για τους λίγους (elites), ούτε να μην έχει σαφείς αναφορές στην ανθρώπινη πορεία και στους ανθρώπινους στόχους. Ο πολιτισμός έχει κέντρο τον άνθρωπο και όλες οι ωφέλειές του κατατείνουν στη βελτίωσή του.

Συνεπώς, ο στόχος για τις ζωντανές δυνάμεις του τόπου μας είναι να προσφέρουν στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ζήσει καλά, να ολοκληρωθεί εσωτερικά, και στο έθνος την ικανότητα να είναι ζωντανό, ακμαίο και οικουμενικό. Να υπάρχει μια κοινωνία με ΠΟΛΙΤΕΣ (κατά την κλασική έννοια) ελεύθερους, με ήθος και με τη δυνατότητα διάκρισης της αξίας από την απαξία. Έτσι, λοιπόν, σε μια περίοδο πρωτοφανούς αλλοτρίωσης του ανθρώπου, σε μια περίοδο όπου πολιτεία και η ιδιωτική πρωτοβουλία κάνουν το παν για να ξεχαστεί οτιδήποτε περιγράφει αυθεντικά τον πόνο, τη χαρά, τη λύπη, τον έρωτα και καθετί αληθινό, αυτή ακριβώς την ίδια περίοδο πληρώνει δεόντως κουβάδες και λατέρνες για φιέστες που υποβαθμίζουν αισθητική και αξιοπρέπεια.

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο το ΚΚΕ στέκεται όρθιο και τιμά όλους τους μεγάλους δημιουργούς ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Τιμά και προωθεί τον πολιτισμό. Και είναι το μοναδικό κόμμα, όπως λέει και ο μεγάλος δημιουργός Σταύρος Ξαρχάκος. Και κυρίως εμπνέει. Το ζήσαμε αυτό το Σάββατο το βράδυ και ήμασταν πολύ τυχεροί. «Εμείς που μείναμε…» Νίκο Γκάτσο.

Εμείς που μείναμε

θα βγούμε μια βραδιά

στην ερημιά

να σπείρουμε χορτάρι

και πριν για πάντα

η νύχτα να μας πάρει

θα κάνουμε τη γη προσκυνητάρι

και κούνια για τ’ αγέννητα παιδιά.

*Ο Σπύρος Τζόκας είναι πανεπιστημιακός και συγγραφέας

ΠΗΓΗ

Google+ Linkedin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*