Σχέδιο Αλισίβα (της Λιάνας Κανέλλη)

Ψάχνω να βρω πού ακριβώς και τι ακριβώς είναι αυτό το καινοτομικό κρεματόριο με υποκαταστήματα φραντσάϊζ παντού, εκεί όπου φτιάχνεται το καινούργιο σαπούνι, από ανθρώπινη σάρκα, αυτό που λένε ότι σε σώζει, και πρέπει να υπάρχει σε αφθονία. Μου λείπουν βασικές γνώσεις οικιακής παραγωγής και με μπερδεύουν οι αμέτρητες συμβουλές κι εξυπνακίστικες προτάσεις στο διαδίκτυο. Άμα ξεφύγω όμως λίγο απλά τα ιντερνετικά κουτάκια, ξέρω κι αυτά που νομίζω ότι δεν ξέρω.

της Λιάνας Κανέλλη

Θυμάμαι λοιπόν στο Λόγγο του Αιγίου, δεκαετία του ’60, όταν νοικιάζαμε για πενταροδεκάρες δωμάτιο στο σπίτι του καφετζή, στην πλατεία, πάνω απ’ τη βουή των θαμώνων, και με τη στοιχειώδη προστασία των κλαδιών ενός γιγάντιου γεροπλάτανου, πως στο απέναντι σπίτι- το αρχοντικό ιατρού παρακαλώ- κάθε τόσο έφτιαχναν αλισίβα! Κι ύστερα άρχιζε η μπουγάδα. Κι απλώνονταν σεντόνια κι ασπρόρουχα αστραφτερά στον κήπο τους, που τον χάζευα απ’ το μπαλκονάκι. Σταχτόνερο. Το καλύτερο λευκαντικό υγρό σαπούνι. Με φρίκαρε μονάχα εκείνο το θεόρατο καζάνι, που άχνιζε και ακούσια παρέπεμπε σε κόλαση, στρογγυλοκαθισμένο πάνω σε μαινόμενη πυρά ξύλων που έδινε την πρώτη ύλη. Τη στάχτη φτυαρισμένη να ρίχνεται στο κοχλάζον νερό. Γυναικεία εργασία της εποχής παρακαλώ. Ώσπου ερχόταν ο γιατρός, με το επίθετο της καλύτερης ποικιλίας βερίκοκων στη χώρα, κι έδινε οδηγίες για κατασκευή, με παραφίνη, πλακών πράσινου σαπουνιού σε ξύλινα τελάρα.

Αυτό το παιδικό θρίλερ το ξαναζώ, μέρες που είναι. Τις διηγήσεις του πατέρα μου για την εμπειρία του στα ναζιστικά στρατόπεδα… Έκτοτε με φρικάρει όταν σβήνουν τζάκια, όταν δω σαπούνι σε πλάκες χοντροκομμένο, πρασινωπό ή χλωμής σάρκας απόχρωση. Δεν μπορώ ν’ αποφύγω τον τρόμο της χρησιμότητας της αλισίβας. Βλέπω κι ακούω στην τηλεόραση τις μαζικές καύσεις νεκρών, το διαβόητο άκουσμα της πολτισμικής αυθαίρετης ιταλικής προσομοίωσης ούνα φάτσα ούνα ράτσα, και δεν αντέχω τον άρρωστο συνειρμό. Ρε, λες να αρχίσουν να φτιάχνουν σαπούνια κι απολυμαντικά απ’ τις στάχτες του παππού και της γιαγιάς, ή  του κορακοζώητου γείτονα που δε λέει να κολλήσει, να ψοφήσει και να γλιτώσουμε τη σύνταξη που επιμένει να παίρνει εγωιστικά και χωρίς αίσθημα κοινωνικής ευθύνης…

Τους έχω ικανούς κι εμάς ακόμα ικανότερους, αφού τους εκχωρήσαμε το δικαίωμα να επιβάλουν μονομερώς  το νέο κοινωνικό συμβόλαιο αλά Ζαν Ζακ Μητσό (Ρουσώ ήταν τότε ο κακόμοιρος και δεν του πέρναγε απ’ το μυαλό, στοιχηματίζω, πως τρεις αιώνες μετά, θα γινόταν χειραγωγικό τσιτάτο) να το υλοποιήσουν ποικιλοτρόπως το σενάριο αλισίβα. Η αυτοκρατορία των capitalηστών αντεπιτίθεται. Οργανωμένα. Με μπίζνες πλαν. Η πρώτη στάχτη βρίσκεται κλεισμένη στα εγγλέζικα ή τα βραζιλιάνικα σπίτια της, ως υπερήλιξ κατηγορία. Άλλωστε κι οι καλύτεροι κι ηθικότεροι γιατροί, έγιναν γκρουπιέρηδες. Τους βάζουν να λένε πως διαλέγουν να επιτρέψουν να ζήσουν όσοι έχουν προσδόκιμο ζωής τουλάχιστον δύο χρόνια. Τους κοιμίζουν για να μην πάνε άκλαυτοι. Ο Μενγκελισμός της στατιστικής επιστήμης είναι που κάνει τα χρηματηστήρια να γυρνούν και να θεωρείται θεμιτό το υπολογισμένο ρίσκο(calculated risk) των παικτών σ’ αυτά.

Όχι. Δε μιλάω για την κίνηση του εκκρεμούς μεταξύ γεροντολαγνείας και γεροντοκτονίας. Αυτή ήταν πάντα καθοριζόμενη από το πορτοφόλι και τα φτιαγμένα από χαρτονομίσματα και πιστωτικές κάρτες φτερά των αγγέλων του κεφαλαιοκρατικού παράδεισου. Άλλωστε ακούγοντας το τραγούδι για το  γερονέγρο Τζιμ, αφ’ ενός σκέφτομαι ότι οι επίδοξοι και νυν πλανητάρχηδες είναι κοντά στα ογδόντα και κυκλοφορούν με την άδειά μας ελεύθεροι και με βιάγκρα χωρίς συνταγή. Αφ’ ετέρου ότι την επόμενη μέρα της ιοεπίθεσης, η στάχτη θα είναι από φρέσκα υλικά. Νιάτα εκπαιδευμένα στην αιχμαλωσία και τη στειρότητα του συλλογικού νου, υποχείρια της τεχνητής νοημοσύνης, θα μπαίνουν σε ουρές με απλωμένο το χέρι, για μια δόση κοινού νου, είδος εν απολύτω ανεπαρκεία. Στην επαιτεία για ένα φάρμακο ή για ένα εμβόλιο. Αυτό είναι το νέο κοινωνικό συμβόλαιο που με εξόργισε κατά την πανηγυρική του εξαγγελία. Οι στρατιές των ανέργων, των απολυμένων, των ακροβατών της calculated φτώχιας, των ανέμπνευστων της επιβίωσης, που εξαρτώνται και από τη γεροντική σύνταξη για να εκτονωθούν παίζοντας on line τον gamer, τον influencer, τον pornfun, τον… μαθημένο ν’ απολαμβάνει χωρίς ν’ αγγίζει, χωρίς να μυρίζει το διπλανό του. Είναι εξουθενωτικό να μην συνειδητοποιούν μάζες πανίσχυρες, πως στο φασισμό της νέας τεχνολογικής εποχής, δεν θα μπορούν πια να φανταστούν πώς θα αποκτήσουν εκείνη την πολιτική δύναμη και εξουσία, να κατέχουν τα μέσα παραγωγής σκέψης και φαντασίας και γνώσεων.

Καθόμαστε δισεκατομμύρια άνθρωποι, πακτωμένοι σε κλουβιά, χρυσά ή τσίγκινα, στο σπίτι ή στη δουλειά, τα κλουβιά του νου και του κορμιού, σκλαβιά είναι, και περιμένουμε την έκβαση του αγώνα δρόμου των εταιρειών για το φάρμακο ή το εμβόλιο ή το τεστ. Ποιος θα προλάβει να μας σώσει και με πόσα λεφτά αντίτιμο; Πέφτει η Γουώλ Στρήτ, πέφτει κι ο κυρ Γιώργος τ’ ανάσκελα μονάχος του από καρδιά ή διαβήτη, αποσυντίθενται. Αλλά ο καλωδιάνθρωπος, με το μυαλό μπαταρία, με τη φαντασία pixel, μαθαίνει να σκέφτεται πως το δεύτερο πτώμα μυρίζει απαίσια, φιλάρα… Οπότε καίμε τον διπλανό κι όχι τον καπιταλισμό. Αυτός είναι ο κίνδυνος της επόμενης μέρας. Η αδρανοποίηση των μαζών, η εξουδετέρωση της αντίστασης κι εν τέλει της επανάστασης. Γιατί αυτοί οι κατέχοντες τα μέσα παραγωγής θανάτου μας, μας πουλάνε την αναβολή του, για τους εκχωρήσουμε το δικαίωμα επί της ζωής μας. Θα ζούμε μακρυά κι αγαπημένοι ως πρόσωπα, σφιχταγκαλιασμένοι ως κονσέρβες, με αόρατες τις αλυσίδες που μας πάνε βουρ για αλισίβα και λεύκανση του υπερσυσσωρευμένου πλούτου.

Ο κόσμος δεν θα είναι ο ίδιος. Μας προειδοποιούν σοβαρά, υστερικά, συνωμοτικά, πατρικά, συμβουλευτικά, μπουρδολογικά, αστρολογικά, άπαντες. Η καινούργια μας πρόεδρος, μάλιστα, αποκάλυψε τους απώτερους στόχους του συστήματος. Πάμε για σύγκρουση του προλεταριακού διεθνισμού, που φουντώνει στην μετά την πανδημία ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής καλοπουλημένης παγκοσμιοποίησης, με τον πατριωτικό κοσμοπολιτισμό. Ήμαρτον. (…Θα πορευτούμε ενωμένοι και δημιουργικοί για να κερδίσουμε ένα μέλλον ευημερίας που να μας χωράει όλους. Μέλλον που με έμπνευση (!) το ευρωπαϊκό  όραμα, συνδέεται με έναν νέο πατριωτισμό ο οποίος δεν αντιστρατεύεται τον κοσμοπολιτισμό, αλλά αποτελεί προϋπόθεσή του. Είπε!) Κι ύστερα ήρθαν οι τουρίστες δηλαδή, αυτοί οι άοκνοι εργάτες της βαριάς καταναλωτικής βιομηχανίας.

Δεν είναι ανάγκη να σ’ έχει βαρέσει η κορώνα του ιού στο κεφάλι για να μην ντραπείς όταν ακούς να σου λένε ότι μάθαμε, αρκεστήκαμε, μαυραγορητίσαμε εν ψυχρώ, δεκαετίες τώρα, κουβαλώντας μιλιούνια τουρίστες σε νησιά και θέρετρα χωρίς στοιχειώδη περίθαλψη. Εκεί που από μια αλλεργία ή ένα ατύχημα με μηχανάκι ή ένα έμφραγμα, θα μείνεις επί τόπου θυσία στον Ξένιο Δία, έχοντας αφήσει τα λεφτά και το βραχιολάκι σου σε προβατηδόν παραδείσους. Το καλοκαίρι. Όπου μια χώρα χωρίς υποδομές υγείας για τα δέκα εκατομμύρια κατοίκων της υποδέχεται τριάντα δύο εκατομμύρια κοσμοπολίτες.

Κοιτάζω τα παπούτσια μου. Στέκουν άδεια. Δεν έχει δρόμο για να φθαρούν χωρίς να ρισκάρω τη ζωή των άλλων και τη δική μου, λένε οι οιωνοσκόποι, οι κερδοσκόποι κι οι ειδικοί επιστήμονες των καιρών. Τώρα. Δεν έχουν και κόκκινο πάτο σα δωδεκάποντη γόβα λουμπουτίν μωρέ. Γιατί πρέπει να μετατραπούν σε παντόφλες για πάντα; Σ’ αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο του μ.Κ (μετά Κορονοϊό, όπως λέμε μ.Χ.) δεν υπογράφω. Κι όταν θα βγάλουμε τις μάσκες, θα έχουμε ελπίζω τόσο οργιστεί για το πώς φτάσαμε ως εδώ, που δεν θα μας αναγνωρίζει καμιά βάση δεδομένων σας. Γιατί δεν θα είμαστε πια δεδομένοι.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.