«Ανατρεπτική» Αποκριά…

Τα αποκριάτικα τραγούδια, και ιδιαίτερα τα άσεμνα, αντιπροσωπεύουν μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού που ελάχιστα έχει ανιχνευτεί και μελετηθεί, μια που «επί δεκαετίες, ίσως και αιώνες – η υποκριτικά επίπεδη αστική ηθική» και σεμνοτυφία των διανοούμενων συλλογέων την αποσιώπησε και την αγνόησε, παραποιώντας την αλήθεια κάποιων συγκεκριμένων πολιτισμικών φαινομένων.

Μια «ξενάγηση» σε αυτό το ρεπερτόριο, του οποίου η καταγραφή, μελέτη και ανάλυση παρέμεινε στο περιθώριο σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, προσφέρει η έκδοση του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνας Σαμίου με τίτλο «Τα Αποκριάτικα. Ανίερα – Ιερά». Ενα διπλό άλμπουμ, που εκδόθηκε πριν μερικά χρόνια, φιλοδοξώντας να καλύψει αυτό το κενό, με υλικό πάντα επίκαιρο και ενδιαφέρον, όχι μόνο την περίοδο της Αποκριάς. Περιλαμβάνει τραγούδια από τη Μ. Ασία και τη Μακεδονία, την Ηπειρο και τη Στερεά Ελλάδα, τη Νάξο, την Κάρπαθο, την Πάτμο κ. α.

Στα τραγούδια της Αποκριάς παρατηρούμε μιαν αρμονική συνύπαρξη «γνωμικών» τραγουδιών με το υπόλοιπο ρεπερτόριο των σατιρικών και των «άσεμνων», μέσα από τα οποία πραγματοποιείται η εθιμικά επιβεβλημένη παραβίαση των καθιερωμένων κανόνων. Είτε αυτό αφορά στην επιφανειακή ανατροπή της κοινωνικής τάξης μέσα από τη διακωμώδηση των κορυφών της κοινωνικής ιεραρχίας, είτε στην ίδια τη φυσική τάξη των πραγμάτων.

Τα αποκριάτικα τραγούδια και κυρίως τα παλαιότερα από αυτά, τα «άσεμνα», τα τραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων, χωρισμένοι σε δύο ομάδες (όπως συμβαίνει ακόμα και σήμερα στον αποκριάτικο χορό γύρω από τη φωτιά στον Δρυμό Ελασσόνας) ή άρχιζε ένας σολίστας κι επαναλάμβαναν οι υπόλοιποι. Τα όργανα της στεριανής «κομπανίας» (κλαρίνο, βιολί, λαγούτο, τουμπελέκι) ή της νησιώτικης «ζυγιάς» (βιολί, λαγούτο) αποτελούν νεότερη προσθήκη.

Κορυφαία γιορτή χαράς και ανανέωσης για το λαϊκό άνθρωπο, η Αποκριά παρέμεινε η μόνη καθαρά εξωεκκλησιαστική λατρευτική ψυχαγωγική γιορτή, που τυπικοί μόνο δεσμοί τη συνδέουν με το χριστιανικό εορτολόγιο. Περιλαμβάνοντας ένα ευρύ φάσμα παμπάλαιων εθίμων, είναι μια γιορτή με ψυχαγωγική, αλλά και κοινωνική διάσταση.

Με τη συνειδητοποίηση του παράλογου κάθε κοινωνικής διάκρισης και του αυταπόδεικτου της πανανθρώπινης ισότητας, η ανατροπή προκύπτει σαν φυσικό και εύλογο επακόλουθο. Ανατροπή, που σε επίπεδο «εικόνας» συντελείται «μέσα από τις μεταμφιέσεις και τα δρώμενα, όπου τα άτομα δεν μπορούν να καθοριστούν ούτε από φύλο, ούτε από την ηλικία, ούτε καν από το ζωικό είδος τους».

Με αντίστοιχο τρόπο συντελείται η ανατροπή και σε επίπεδο «λόγου», που είναι ο κωμικός λόγος, και κυρίως ο λόγος των τραγουδιών, τα οποία απηχούν όλο το σύστημα ιδεών, αξιών και αναπαραστάσεων για το φυσικό κόσμο και την κοινωνία, ιδωμένο όμως με την οπτική του καρναβαλιού, άρα αντεστραμμένο.

Στο πλαίσιο του αντεστραμμένου αυτού συστήματος αξιών νομιμοποιείται η ελευθεροστομία, η βωμολοχία, η παραβίαση των ισχυρών ταμπού, η βεβήλωση της ιερότητας, η διατυμπάνιση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Τα παράλογα γίνονται λογικά, το ψέμα διαψεύδει την αλήθεια, τα αντίθετα και αντίπαλα συναντιούνται και συμβιβάζονται. Ανθρωποι που δεν είναι αυτό που φαίνονται τραγουδούν τραγούδια που δεν εννοούν αυτό που λένε. Γιατί, μέσα από τον εύθυμο, ανάλαφρο, περιπαικτικό λόγο και τις κωμικές καταστάσεις και μέσα από το παραπλανητικό μπέρδεμα σημαινόντων και σημαινομένων, αναζητούν τον διφορούμενο κώδικα με τον οποίο θα εκφράσουν τη διαμαρτυρία τους για τα κακώς κείμενα, θα δηλώσουν την αντίστασή τους σε κάθε κοσμική ή υπερκόσμια καταπιεστική εξουσία».

Οι χοροί της τελευταίας Κυριακής και της Καθαρής Δευτέρας – μέρας μασκαρεμένης επίσης, που άλλο είναι και άλλο δείχνει – είναι «η ολοκληρωτική αποδόμηση της κοινότητας, η ώρα που τα μέλη της, «δαιμονοποιημένα» πίσω από την παραπλανητική μεταμφίεσή τους, γιορτάζουν τη μέθεξή τους στην αιωνιότητα της ζωής και κυρίως την ισότητά τους μπροστά στο θάνατο».

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.